ΑΘΛΟΦΟΡΕ ΑΓΙΕ ΚΑΙ ΙΑΜΑΤΙΚΕ ΠΑΝΤΕΛΕΗΜΟΝ, ΠΡΕΣΒΕΥΕ ΤΩ ΕΛΕΗΜΟΝΙ ΘΕΩ, ΙΝΑ ΠΤΑΙΣΜΑΤΩΝ ΑΦΕΣΙΝ, ΠΑΡΑΣΧΗ ΤΑΙΣ ΨΥΧΑΙΣ ΗΜΩΝ.
Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα ταπείνωση. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων
Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα ταπείνωση. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων

Δευτέρα 14 Οκτωβρίου 2013

Η Ταπείνωση


Αγίου Σιλουανού

… Τον πρώτο καιρό μετά τη δωρεά του Αγίου Πνεύματος σκέφθηκα : Ο Κύριος μου συγχώρεσε τις αμαρτίες μου, το μαρτυρεί μέσα μου η χάρη. Τι μου χρειάζεται, λοιπόν, περισσότερο ; Δεν πρέπει όμως να σκεφτόμαστε έτσι . Παρότι μας συγχωρούνται τα αμαρτήματα, εν τούτοις πρέπει να τα θυμόμαστε όλη τη ζωή μας και να θλιβόμαστε γι‘ αυτά, για να διατηρούμε τη συντριβή της καρδιάς . Εγώ δεν το ήξερα αυτό και έπαψα να έχω συντριβή και υπέφερα πολλά από τους δαίμονες. Και απορούσα, τι συμβαίνει μ ‘ εμένα; Η ψυχή μου γνωρίζει τον Κύριο και την αγάπη Του. Τότε πώς μου έρχονται κακοί λογισμοί; Αλλά ο Κύριος με σπλαχνίστηκε και με δίδαξε ο Ίδιος πώς πρέπει να ταπεινωθώ: «Κράτα το νου σου στον Άδη και μην απελπίζεσαι».




Σάββατο 11 Αυγούστου 2012

Κυριακή Ι΄ Ματθαίου

π. Γεωργίου Δορμπαράκη
«ω γενεά άπιστος και διεστραμμένη…Φέρετέ μοι αυτόν ώδε»

Ο Κύριος κατερχόμενος μαζί με τους τρεις μαθητές Του, τον Πέτρο, τον Ιάκωβο και τον Ιωάννη, από το όρος Θαβώρ όπου είχε συμβεί η θεοφάνεια της Μεταμορφώσεώς Του, έρχεται αντιμέτωπος με δύο θλιβερά και τραγικά γεγονότα: την αγωνία ενός πατέρα που έψαχνε απελπισμένα να βρει θεραπεία για το δαιμονισμένο παιδί του, την απιστία των μαθητών Του, που φανερώνεται με την αδυναμία τους να θεραπεύσουν το παιδί. Θα έλεγε κανείς ότι η εναλλαγή αυτή, από το φως του Θεού στο σκοτάδι των συνεπειών της αμαρτίας, αποτελεί μία εικόνα της καθόδου του Χριστού στον κόσμο: «Θεός ων εκένωσεν εαυτόν ευρεθείς ως άνθρωπος». Κι ο Κύριος αφενός θεραπεύει το παιδί, δηλαδή βγάζει το δαιμόνιο που το διακατείχε, παραδίδοντάς το υγιές στον πατέρα του, αφετέρου ελέγχει με πόνο τους μαθητές Του για την απιστία και τη διαστροφή και αυτών, αλλά και ολόκληρης της γενεάς εκείνης.

1. Καταρχάς, δεν ξέρει κανείς ποιο από τα δύο γεγονότα να χαρακτηρίσει τραγικότερο: τον δαιμονισμό του παιδιού που προκαλεί την απελπισία του πατέρα του, ή την απιστία των μαθητών του Χριστού που τους συνειδητοποιεί τη μικρότητά τους και τους «προσγειώνει» στα παράλυτα μέτρα τους; Όποιο από τα δύο κι αν επιλέξει κανείς ως τραγικότερο, σημασία έχει ότι ο Κύριος τα θέτει κάτω από κοινό παρανομαστή: συνιστούν και τα δύο εκφράσεις και αποτελέσματα της απιστίας και της διαστροφής της ανθρώπινης γενιάς. Συνεπώς και τα δύο είναι συνδεδεμένα μεταξύ τους: η έλλειψη πίστεως στον Θεό οδηγεί τον άνθρωπο σε διαστροφή της αληθινής ύπαρξής του, άρα στην εύκολη υποδούλωσή του στην κυριαρχία του Πονηρού. Κι η κυριαρχία αυτή του Πονηρού φανερώνεται και από την παραλυσία που προκαλεί στον άνθρωπο – ο άνθρωπος, έστω στη φάση εκείνη και μαθητής του Χριστού κι αν είναι, δεν έχει τη δύναμη να επιβληθεί στον Πονηρό – και από την κατοχή την οποία έχει κάνει στο συγκεκριμένο παιδί.

2. Ο χαρακτηρισμός του Κυρίου για την ανθρώπινη γενιά ως άπιστη και διεστραμμένη δεν πρέπει να αντιμετωπιστεί με επιπολαιότητα. Ποιος λόγος άλλωστε του Κυρίου μπορεί να αντιμετωπιστεί έτσι; Ο κάθε λόγος Του συνιστά και μία αποκάλυψη, η οποία φωτίζει και το ποιος είναι ο Θεός, αλλά και το ποιος είναι πραγματικά ο άνθρωπος. Εν προκειμένω λοιπόν ο Κύριος μάς φωτίζει και μας «καθρεπτίζει»: είμαστε άπιστοι και διεστραμμένοι. Ήλθε δηλαδή σ’ έναν κόσμο, ο οποίος είχε διαγράψει από τη ζωή του τον αληθινό Θεό – μόνον το «λείμμα» της Παλαιάς Διαθήκης κρατούσε ως «μαγιά» την αλήθεια του Θεού, δηλαδή οι λίγοι γνήσιοι Ισραηλίτες, σαν τους προφήτες, σαν την Παναγία, σαν τον άγιο Ιωάννη τον Πρόδρομο – γι’ αυτό και ήταν βουτηγμένος μέσα στη διαστροφή. Διότι η πίστη, όταν είναι αληθινή, κάνει τον άνθρωπο να ζει με σωστό τρόπο τη ζωή του, διότι ζει την παρουσία του ζωντανού Θεού. Διαγραφή λοιπόν της αληθινής πίστεως σημαίνει και τη διαγραφή του αληθινού τρόπου ζωής, άρα διαστροφή και σαπίλα. «Και επειδή ουκ εδοκίμασαν τον Θεόν έχειν εν επιγνώσει, παρέδωκεν ο Θεός αυτούς εις αδόκιμον νουν, ποιείν τα μη καθήκοντα», δηλαδή επειδή οι άνθρωποι δεν προσπάθησαν να έχουν επίγνωση του Θεού, ο Θεός τούς παρέδωσε σε αδόκιμο νου, ώστε να κάνουν αυτά που δεν πρέπει, σημειώνει θεόπνευστα ο απόστολος Παύλος. Δεν είναι βεβαίως η πρώτη φορά που ο Κύριος φώτισε την πραγματική κατάσταση των ανθρώπων. Στην επί του Όρους ομιλία, για παράδειγμα, μεταξύ των άλλων θα περιγράψει την κατάσταση των ανθρώπων ως κατάσταση πονηρίας. «Ει δε και υμείς, πονηροί υπάρχοντες, οίδατε δόματα αγαθά διδόναι τοις τέκνοις υμών, πόσω μάλλον ο Πατήρ ημών ο Ουράνιος;»
3. Ποια καύχηση λοιπόν μπορεί να υπάρξει στο ανθρώπινο γένος; Τι είναι εκείνο που μπορεί να κάνει τον άνθρωπο, όπου γης και όποιας εποχής, να υψώσει κεφάλι και να υπερηφανευθεί; «Πάντες ήμαρτον και πάντες υστερούνται της δόξης του Θεού» θα σημειώσει οριστικά και αξιωματικά, αλλά και πικρόχολα για τις ανθρώπινες υπερβάσεις, ο απόστολος Παύλος. Η μόνη αποδεκτή στάση του ανθρώπου, αν θέλει να «πατάει» στο έδαφος και να μην υπερίπταται, είναι η στάση της ταπείνωσης. Και μπορεί ο άνθρωπος της απιστίας, λόγω ακριβώς ελλείψεως φωτισμού στο νου του, να μην έχει επίγνωση εαυτού και να κινείται αλαζονικά, νομίζοντας ότι είναι κάτι – ο χωρίς Θεό άνθρωπος δεν έχει μέτρο σύγκρισης πλήν του εαυτού του και γι’ αυτό νομίζει ότι αυτός είναι ο Θεός: αισθάνεται τέλειος και αυτάρκης -, ο άνθρωπος όμως της πίστεως, αυτός που αποδέχτηκε τον Χριστό ως σωτήρα της ζωής του, δεν έχει καμμία δικαιολογία. Ο Χριστός, τον Οποίο πιστεύει, του άνοιξε τα μάτια και του είπε: είσαι πονηρός, είσαι άπιστος, είσαι διεστραμμένος. Κι ακόμη πιο πολύ: του είπε πως ακόμη κι αν τηρήσει όλο τον νόμο του Θεού, αν εφαρμόσει όλες τις άγιες εντολές Του, άρα αν φτάσει σ’ επίπεδα ακόμη θέωσης, δεν παύει να είναι ένας αχρείος δούλος, που απλώς έκανε αυτό που έπρεπε ως δούλος του Θεού να κάνει. «Όταν ποιήσητε πάντα τα διατεταγμένα ημίν, λέγετε, αχρείοι δούλοί εσμέν, ότι ο ωφείλομεν ποιήσαι, πεποιήκαμεν». Γι’ αυτό και η ταπείνωση για τον Χριστιανό δεν είναι μία πολυτέλεια, που ενδεχομένως εύκολα μπορεί να την ξεπεράσει. Συνιστά το βάθρο της πίστεώς του, το έδαφος πάνω στο οποίο περπατάει. Παρέκκλιση από το δρόμο αυτό σημαίνει αυτομάτως και απώλεια του Θεού, όπως και τραγικό δαιμονισμό του. Δεν είναι τυχαίο ότι ο Κύριος πρόβαλε ως τύπο του αγίου ανθρώπου τον μετανοημένο άσωτο της ομώνυμης παραβολής, όπως και τον μετανοημένο τελώνη: «Ο Θεός, ιλάσθητί μοι τω αμαρτωλώ», «Κύριε, Ιησού Χριστέ, ελέησόν με τον αμαρτωλόν», είναι η προσευχή του αληθινού πιστού, είναι η προσευχή της Εκκλησίας.

4. Στην τραγικότητα της απιστίας και της διαστροφής του ανθρώπου, λόγω της αμαρτίας στην οποία είχε περιπέσει, η λύση βεβαίως είναι μία: η στροφή προς τον Κύριο και η αληθινή πίστη προς Αυτόν. Ο Κύριος ήλθε να μας δώσει πρώτα από όλα την αληθινή όραση του Θεού, η οποία κάνει τον άνθρωπο να ζει μέσα στο φως Εκείνου, άρα και να έχει τη δύναμη Εκείνου: «Εάν έχητε πίστιν ως κόκκον σινάπεως, ερείτε τω όρει τούτω, μετάβηθι εντεύθεν εκεί, και μεταβήσεται, και ουδέν αδυνατήσει υμίν». Η αληθινή πίστη δηλαδή αποτελεί συμμετοχή στον ίδιο τον Κύριο και κάνει τον άνθρωπο που την αποκτά, με τη χάρη του Θεού, να ζει στον κόσμο ως παντοδύναμος. «Πάντα ισχύω εν τω ενδυναμούντι με Χριστώ» (απ. Παύλος). Και βεβαίως ο Κύριος, δίνοντας την αλήθεια της πίστεως στον Θεό, καταργεί «και τον το κράτος έχοντα του θανάτου, τουτέστιν τον διάβολον». Ο Κύριος «ήλθεν, ίνα λύση τα έργα του διαβόλου». Ένταξη στον Θεό, δια της εντάξεως του ανθρώπου στον Εαυτό Του, κατάργηση του διαβόλου: να το έργο του Κυρίου, με το οποίο σωθήκαμε και σωζόμαστε. Αν ο διάβολος και μετά τον ερχομό του Χριστού βλέπουμε ότι έχει ακόμη δύναμη, είναι γιατί εμείς οι άνθρωποι του δίνουμε τέτοιο δικαίωμα. Δεν πιστεύουμε όπως πρέπει, δηλαδή συνεχίζουμε να είμαστε «γενεά άπιστος και διεστραμμένη», γι’ αυτό και βρίσκει συνεχείς διόδους ο Πονηρός για να αλώνει δυστυχώς την ψυχή και τη ζωή μας. Κι αυτή είναι η τραγικότερη κατάσταση όλων: να έχει έλθει ο Ελευθερωτής, να μην υπάρχουν πια δεσμά φυλακής, κι εμείς να είμαστε ακόμη δέσμιοι και φυλακισμένοι.

Ο Κύριος πάντοτε μας καλεί. Το «φέρετέ μοι αυτόν ώδε», είναι η πρόσκληση που απευθύνει στον καθένα μας. Να πάμε κοντά Του. Και πλησίασμα στον Χριστό σημαίνει, όπως όλοι καταλαβαίνουμε, ένταξη στο ζωντανό σώμα Του, την Εκκλησία. Τον Χριστό στην Εκκλησία Τον βλέπουμε και Τον ζούμε. Κι ακόμη: εκεί Τον τρώμε «υπό τα είδη του άρτου και του οίνου», στη Θεία Ευχαριστία, και γινόμαστε ένα μαζί Του. Η εκκλησιοποίησή μας συνιστά τη χριστοποίησή μας, κι είναι κρίμα να μην το καταλαβαίνουμε. Και αυτό όχι μόνο για εμάς, αλλά και για τους άλλους: να φέρνουμε τα παιδιά μας, τους συγγενείς μας, τους συνεργάτες μας, τους εχθρούς μας, στον Χριστό. Πώς; Μέσω της προσευχής μας. Είναι η μεγαλύτερη ευεργεσία που μπορούμε να προσφέρουμε και σε εμάς και σε εκείνους.

Πηγή:http://pgdorbas.blogspot.gr/2012/08/blog-post_11.html




Τετάρτη 11 Απριλίου 2012

Προς το Πάθος



Αποστόλου Παπαδημητρίου

Κύλισαν αιώνες από τότε που ο Θεός έγινε άνθρωπος και προσέφερε τον εαυτό του θυσία, με σκοπό να καταργήσει τις θυσίες αίματος που ζητούσε ο ίδιος ή οι ψευτοθεοί, που λάτρευαν οι άνθρωποι της αποστασίας.
Ο Χριστός, ως άνθρωπος, εισήλθε θριαμβευτικά στα Ιεροσόλυμα. Αλλά σε τι συνίστατο ο θρίαμβός του; Είχε ήδη συντρίψει τον προαιώνιο εχθρό μας, τον θάνατο, ανασταίνοντας τον Λάζαρο. Η φήμη του θαύματος είχε ταχέως εξαπλωθεί και ο λαός τον υποδεχόταν ως βασιλιά, βασιλιά χορηγό της ζωής. Ο Χριστός ήταν ιδιαίτερα προσεκτικός στο να αποφεύγει να σχηματίζει ο λαός ψευδείς εντυπώσεις για το έργο του. Αυτή τη φορά δεν απέφυγε τους αίνους του λαού, όπως τότε που, μετά τον χορτασμό, αυτός έσπευσε να το ανακηρύξει βασιλιά. Τους άκουγε χωρίς να αντιδρά, με συνέπεια να σκανδαλίσει τους άρχοντες των Ιουδαίων, οι οποίοι θορυβήθηκαν από το πλήθος που έτρεξε να τον υπαντήσει και το εγκώμιο που του έπλεκαν. Βέβαια ο Χριστός δεν είχε ανάγκη από επευφημίες, γνώρισμα διαχρονικό των ανθρωπαρέσκων ηγετών του κόσμου. Γνώριζε πολύ καλά το ευμετάβλητο της γνώμης και των αισθημάτων του βασανισμένου λαού. Του αρκούσε όμως το ότι τον αναγνώριζαν ως βασιλιά ακόμη και καθισμένο σε γαϊδουράκι κι αυτό αγγαρευμένο με κάπως περίεργο τρόπο.

Ίσως ήταν αυτή του η κίνηση άκρως συμβολική, για να απαντήσει έμπρακτα και στους μαθητές του που ζήτησαν πρωτοκαθεδρίες. Αυτός δεν σχημάτισε αυλή κατά το πρότυπο των επιγείων αρχόντων. Τους μαθητές του αποκαλούσε φίλους και ζητούσε απ’ αυτούς που θέλουν να ασκούν εξουσία να είναι υπηρέτες όλων. Ακατανόητα πράγματα στην ιστορία του ανθρώπου αλλά ισχύοντα στη βασιλεία του Θεού. «Η βασιλεία η εμή ουκ εστίν εκ του κόσμου τούτου» θα πει μετά από λίγες ημέρες στον Πιλάτο. Τότε που οι αρχιερείς του Ισραήλ τον παρέδωσαν με την βαρειά κατηγορία της αντιποίησης της αρχής του μισητού σ’ εκείνους Καίσαρα. Αλλά το μίσος που έτρεφαν προς τον Ιησού Χριστό ήταν απείρως βαθύτερο. Ενώ είχε καθ’ όλες τις μαρτυρίες τα εχέγγυα, ώστε να τον αναγνωρίσουν ως Μεσσία, τους βασάνιζε αφόρητα επί τρία έτη τηρώντας αναξιοποίητη την ισχύ του, η οποία ενεργουμένη θα έφερε στον Ισραήλ την πολυπόθητη εθνική ελευθερία και θα τον οδηγούσε, ως εκλεκτό λαό του Θεού, στην παγκόσμια κυριαρχία. Ο Χριστός κορυφώνει την αγανάκτησή τους με τα «ουαί» που εκστομίζει εναντίον τους ακόμη και στα έσχατα κηρύγματά του. Πώς είναι δυνατό να βρίσκονται αυτοί οι «δίκαιοι» διαρκώς στο στόχαστρό του και να παραβλέπονται οι αμαρτωλοί της εποχής, οι τελώνες και οι πόρνες;
Ο Χριστός προς του τελευταίου επί γης δείπνου με τους μαθητές του προβαίνει και σε άλλη άκρως προκλητική ακόμη και γι’ αυτούς κίνηση. Πλένει τα πόδια τους! Ο απόστολος Πέτρος έχοντας περισσότερο θάρρος από τους υπολοίπους αρνείται. Συνιστά η άρνηση την πλέον συγκαλυμμένη μορφή εγωισμού. Δεν ήθελε αποδεχόμενος να δεσμευθεί με την υποχρέωση να πλένει κι αυτός τα πόδια των δικών του μαθητών στη συνέχεια.

Δεν θέλουμε και εμείς σήμερα όχι να πλένουμε τα βρώμικα πόδια των αδελφών μας των ελαχίστων αλλά ούτε και να κοινωνούμε στις ανάγκες τους προσφέροντας τουλάχιστον από το περίσσευμά μας! Μόνο ο επί γης «αντιπρόσωπος του Θεού» εμμένει στο να θεατρινίζει πλύνοντας τα πλυμένα πόδια των καρδιναλίων του! Στο δείπνο του Χριστού με τους μαθητές του λαμβάνει χώρα η παράδοση του μυστηρίου της θείας ευχαριστίας. Το σωτηριώδες αυτό μυστήριο, σύμφωνα με την πίστη μας, οι χριστιανοί του κόσμου των διαμαρτυρομένων έχουν υποβιβάσει σε αναμνηστική τελετή και πλείστοι όσοι άλλοι, μεταξύ των οποίων και ορθόδοξοι, προσέρχονται σπανιότατα, ώστε να διατηρηθεί το έθιμο ή η οικογενειακή παράδοση. Ο Χριστός πορεύεται προς το πάθος και καθ’ οδόν διαπιστώνει ότι ολοένα και λιγότεροι τον συνοδεύουν!  

Προ του πάθους ο Χριστός περνά δοκιμασία, την οποία δεν κατανοούμε, άπιστοι αλλά και πιστοί. Είναι η δοκιμασία στον κήπο της Γεθσημανή. Ζητά από τον Πατέρα Του να απομακρύνει το ποτήριο της δοκιμασίας. Η αγωνία του κορυφώνεται και κατ’ αυτήν αισθάνεται εντελώς μόνος, καθώς οι κουρασμένοι μαθητές καταβάλλονται από τον ύπνο. «Το μεν πνεύμα πρόθυμον η δε σαρξ ασθενής». Εκεί τον βρίσκουν οι διώκτες του. Ο Πέτρος για μία ακόμη φορά εκφράζει το πνεύμα του κόσμου τούτου με τη χρήση βίας. Αμέσως μετά το σκηνικό ανατρέπεται, καθώς το ένστικτο της αυτοσυντήρησης παρακινεί τον καθένα με το σύνθημα «ο σώζων εαυτόν σωθήτω». Μόνον ο Ιωάννης, αυτός που ζητούσε εγκόσμιες πρωτοκαθεδρίες, αίρεται επάνω από τις ανθρώπινες αδυναμίες. Ο Πέτρος έχοντας εμπιστοσύνη στις δυνάμεις του καταρρέει προδίδοντας τον δάσκαλό του ακόμη και μπροστά σε μια αδύναμη υπηρετριούλα!

Οι δικαστές του Χριστού τηρούν συνοπτικές διαδικασίες. Βιάζονται να τον θανατώσουν και θεωρούν οδυνηρό το ότι οι κατακτητές απαγορεύουν σ’ αυτούς την θανατική καταδίκη. Ο Πιλάτος βρίσκεται μπροστά σε ιδιάζουσα υπόθεση αιτήματος θανατικής καταδίκης για λόγους, τους οποίους αγνοεί και δεν πολυενδιαφέρεται να μάθει. Είχε όλη τη διάθεση να αθωώσει το Χριστό, εκφράζοντας την αντιπάθειά του προς τους διώκτες του. Αυτοί όμως δεν ήσαν διατεθειμένοι να αφήσουν το θύμα τους να διαφύγει. Είχαν αυτή τη φορά με το μέρος τους τον λαό που επευφημούσε τον Χριστό ως βασιλιά μόλις πριν από λίγες ημέρες! Και όταν ο Πιλάτος εμμένει στην άποψη της αθωώτητας καταφεύγουν στο τελευταίο και ισχυρότερο όπλο τους: Την τρομοκρατία: Δεν είναι δυνατόν να αδιαφορεί ο διοικητής για την αντιποίηση της αρχής του Καίσαρα! Παύει με τη στάση του να είναι φίλος του αυτοκράτορα. Αλλά τότε κινδυνεύει η θέση του. Ο Πιλάτος δεν είχε λόγους να διακινδυνέψει για κάποιον, έστω και αν τον έκρινε αθώο. Ήταν εκπρόσωπος του παλαιού κόσμου. Τον παραδίδει «εις το σταυρώσαι».

Κάτω από το σταυρό οι άρχοντες των Ιουδαίων παραμένουν να δουν το τέλος. Αυτός που βασάνιζε επί τριετία τις ψυχές τους σε λίγο θα πάψει να αναπνέει. Βρίσκουν ευκαιρία πρώτης τάξεως να ειρωνευθούν τον Χριστό, που υφίσταται το μαρτύριο του σταυρού, το πλέον απάνθρωπο του αρχαίου κόσμου (στον νέο ανακαλύψαμε πολλά απείρως φρικτότερα): «Άλλους έσωσεν εαυτόν ου δύναται σώσαι»! Και ο Χριστός αντιμετωπίζει αυτούς και τους στρατιώτες με το αίτημα προς τον Πατέρα του: «Πάτερ άφες αυτοίς ου γαρ οίδασι τι ποιούσι».
Θα ακούσουμε και εφέτος, καθώς κάτι μας οδηγεί στους ναούς, πιστούς, «πιστούς» και «απίστους» το «σήμερον κρεμάται επί ξύλου». Λίγο αργότερα θα ακούσουμε το «Χριστός ανέστη». Πόσοι θα θεωρήσουμε τον λόγο ως παραλήρημα των όντως πιστών; Σε μας ποιος ρόλος απ’ εκείνους των ανθρώπων που παρακολούθησαν την πορεία του Χριστού προς το πάθος και την ανάσταση μας ταιριάζει; Μήπως είναι καιρός να αναζητήσουμε άλλον ρόλο;