ΑΘΛΟΦΟΡΕ ΑΓΙΕ ΚΑΙ ΙΑΜΑΤΙΚΕ ΠΑΝΤΕΛΕΗΜΟΝ, ΠΡΕΣΒΕΥΕ ΤΩ ΕΛΕΗΜΟΝΙ ΘΕΩ, ΙΝΑ ΠΤΑΙΣΜΑΤΩΝ ΑΦΕΣΙΝ, ΠΑΡΑΣΧΗ ΤΑΙΣ ΨΥΧΑΙΣ ΗΜΩΝ.

Παρασκευή, 31 Αυγούστου 2012

Θεολογική θεώρηση του χρόνου

 

Τοῦ Μητροπολίτου Χίου,Ψαρῶν καί Οἰνουσσῶν Μάρκου

 Στή χαρά τοῦ νέου ἔτους, ἡ ἐμπειρία τῆς Ἐκκλησίας μας ψηλαφεῖ τήν παρέμβαση τοῦ ἄχρονου Θεοῦ στήν δική μας μετρούμενη ροή καί διαδοχή τοῦ χρόνου, ἡ ὁποία εἶναι συνυφασμένη μέ τήν φθορά καί τήν ματαιότητα. Ὁ Χριστός ἔρχεται νά ἀνακαινίσει τήν διάσταση τοῦ χρόνου, ἐλευθερώνοντάς τήν ἀπό τήν περατότητα καί τήν φθοροποιό φορά. Μέ τήν ἐνανθρώπηση τοῦ Κυρίου μας, ὁ χρόνος φθάνει στό «πλήρωμά» του, ἀποκτώντας μίαν ἐντελῶς νέα προοπτική. Στό πρόσωπο τοῦ Χριστοῦ, παύει νά ἀποτελεῖ πιά ἐμπόδιο, τό ὁποῖο ὁριοθετεῖ τόν ἄνθρωπο καί τόν κόσμο ὡς πρός τόν Θεό. Ἡ ἐνσάρκωση τοῦ Υἱοῦ καί Λόγου τοῦ Θεοῦ πραγματοποιεῖται ἐν χρόνῳ καί ὁ «ἀεί Ὤν» ἐνοικεῖ στό «νν». «Αώνια» ζωή δέν εἶναι, ὑπ’ αὐτήν τήν ἔννοια καί μέ συμβατικούς ὅρους, ἡ χρονικά ἀτελεύτητη, ἀλλά ἡ «πλήρωση» τοῦ μετρητοῦ χρόνου μέ τήν βίωσή του ὡς διαρκοῦς καί ἀδιάστατου παρόντος κοινωνίας μέ τόν Θεό.

Ὁ χρόνος, τόν ὁποῖο βιώνουμε, ὡς δημιούργημα τοῦ Θεοῦ, ἔχει ἀρχή, δηλαδή αἰτιώδη ἔναρξη, καί δέν εἶναι «ναρχος». Ἐπίσης εἶναι πεπερασμένος καί ἔχει ὅρια, δέν εἶναι οὔτε ἄπειρος οὔτε αἰώνιος («οκ ΐδιος»). Ὁ χρόνος ξεκινᾶ μέ τή Δημιουργία καί πορεύεται μαζί μέ τόν ἄνθρωπο καί ὁλόκληρη τήν κτίση σέ ἕνα σκοπό, στή «συντέλεια τν αώνων», δηλαδή στήν ὁλοκλήρωσή τους στήν Βασιλεία τοῦ Θεοῦ. Αὐτή ἡ καινή κτίση, πού ἀποτελεῖ τήν προσμονή τῶν πιστῶν καί εἶναι ἑτοιμασμένη «πό καταβολς κόσμου» (Ματθ. κε´ 34), βρίσκεται ἤδη παροῦσα «ἐν μυστηρίῳ» στήν Ἐκκλησία. Δέν εἶναι σωστό νά τήν νιώθουμε ἀπομακρυσμένη σ’ ἔνα ἀπροσδιόριστο τέλος τοῦ κόσμου, γιατί ἔτσι ἡ πίστη μας καί ἡ προσδοκία τῆς «ζωῆς τοῦ μέλλοντος αἰῶνος» ἀτονοῦν καί δέν νιώθουμε τήν πληρότητα τῶν λέξεων «Ἐλθέτω ἡ βασιλεία Σου».

Ὅσον ἀφορᾶ στήν φύση τοῦ χρόνου, οἱ φωτισμένοι Πατέρες τῆς Ἐκκλησίας μας προηγήθηκαν κατά αἰῶνες τῆς σύγχρονης ἐπιστήμης, ὅταν δίδασκαν ὅτι ὁ χῶρος καί ὁ χρόνος εἶναι ἄρρηκτα συμφυεῖς, συνιστώντας μίαν ἑνιαία πραγματικότητα. Ὁ Μέγας Βασίλειος σημειώνει ὅτι ὁ χρόνος εἶναι «τό συμπαρεκτεινόμενον τῇ συστάσει τοῦ κόσμου διάστημα» (Κατά Εὐνομίου, PG 29, στ. 560): Δέν θά μποροῦσε νά βρεῖ κανείς τελειότερη διατύπωση γιά τήν διαστολή τοῦ κοσμικοῦ χωροχρόνου, σύμφωνα μέ τίς πιστοποιήσεις τῆς σύγχρονης φυσικῆς.

. Ἀντιστοίχως, ὁ ἐκκλησιαστικός χρόνος δέν βιώνεται ἐκτός τοῦ τόπου καί τοῦ χρόνου πού ζοῦμε. Ἡ Ἐκκλησία, στήν ἐπίγεια διάστασή της, ἀποδέχεται καί ἀγκαλιάζει τή ροή τοῦ χρόνου, παρά τή φθαρτότητα καί τή συμβατικότητα, οἱ ὁποῖες τήν συνοδεύουν. Ἔτσι ἀκολουθεῖ, στήν ἐτήσια κυκλική ὀργάνωση τῆς λειτουργικῆς ζωῆς, τά χρονικά μέτρα, τά ὁποῖα ὁρίζονται μέ βάση τά ἀστρονομικά στοιχεῖα καί ἄλλες ἀνθρωποκεντρικές ἡμερολογιακές συμβάσεις. Ὅμως, ταυτοχρόνως ὑπερβαίνει αὐτή τήν κατάτμηση τοῦ χρόνου, ὅπως καί τήν διάκρισή του σέ παρελθόν, παρόν καί μέλλον. Στήν Ἐκκλησία μας οἱ ἡμέρες συναντοῦν τά ἱερά γεγονότα, καθιστώντας δυνατή τήν μέθεξη τοῦ ἀνθρώπου σέ αὐτά. Μέ αὐτό τόν τρόπο, τό παρελθόν γίνεται συγχρόνως ἑορταστικό, ἀλλά καί συμμετοχικό παρόν, γεγονός πού δηλώνεται μέ τήν διαρκή ὑμνολογική χρήση τοῦ ἐνεστωτικοῦ «Σήμερον» στίς λειτουργικές συναθροίσεις (ὅπως, « Παρθένος σήμερον τόν περούσιον τίκτει», «Σήμερον Δεσπότης τέμνεται τήν σάρκα ς βρέφος, πληρν τόν Νόμον», «Σήμερον Δεσπότης σαρκί περιετμήθη, καί ησος κλήθη», «Σήμερον Δεσπότης τό βάπτισμα λαμβάνει»). Ὁ Θεός γίνεται σημεῖο ἀναφορᾶς τοῦ ἀνθρώπου σέ κάθε ὥρα, ἡμέρα καί ἑορτή, ὥστε κάθε στιγμή τοῦ χρόνου μας νά εἶναι γεμάτη μέ τό πλήρωμα τῆς ζωῆς καί ὁ χρόνος «το παρόντος βίου» νά γίνεται «νιαυτός Κυρίου δεκτός».

Στήν Ἐκκλησία καί τήν Θεολογία μας ὁ χρόνος αὐτός δέν εἶναι κάτι τελείως διακριτό ἀπό ἐκεῖνον τῆς Βασιλείας τῶν Οὐρανῶν, ἀλλά περικλείει τήν προτύπωση καί τήν πρόγευσή του. Μέ τόν Χριστό ἡ Βασιλεία τοῦ Θεοῦ ἀρχίζει ἐντός τῆς ἱστορίας καί τό ἔσχατον προσφέρεται στό παρόν, μέ τήν προοπτική τῆς «αωνιότητος». Αὐτό φανερώνει καί ἡ δοξολογική ἀναφορά μέ τήν ὁποία ἀρχίζει κάθε Θεία Λειτουργία: «Ελογημένη Βασιλεία το Πατρός καί το Υο καί το γίου Πνεύματος νν καί εί καί ες τούς αἰῶνας τν αώνων». Τό χρονικό κορυφώνεται στό αἰώνιο ἤδη ἐδῶ καί τώρα, μέ τήν Ἐκκλησία μας νά γίνεται ὁ μαζί μέ ἐμᾶς καί «λ τ κόσμ συμπαρεκτεινόμενος» Χριστός στόν χρόνο καί τήν ἱστορία. Ὁ χρόνος, πού ἔλαβε τήν ἀρχή ἀπό τόν Δημιουργό Υἱό καί Λόγο τοῦ Θεοῦ, ἁγιάζεται, καί βρίσκει τό τέλος καί τό πλήρωμά του στόν ἴδιο ὡς σαρκωθέντα Χριστό, τόν «μμανουήλ» «Θεόν μεθ’ μν» καί «πάλιν ρχόμενον». Στό Πρόσωπό Του, ὁ «παλαιός τν μερν» γίνεται «νέος τν σχάτων χρόνων», καί ὁ προαιώνιος καί ὑπεράχρονος Θεός Λόγος, ἀπαρχή τῆς καινῆς κτίσεως.

Στήν λατρεία τῆς Ἐκκλησίας μας, οἱ χρονικές συναρτήσεις, τό παρελθόν, τό παρόν καί τό μέλλον, χωρίς νά καταλύονται, συναιροῦνται σέ διαρκές παρόν τῆς σωτηρίας. Ἡ πίστη τοῦ παρελθόντος καί ἡ ἐλπίδα τοῦ μέλλοντος συνδέονται καί βιώνονται μέ τήν ἀγάπη στό παρόν. Ἡ Θεία Λειτουργία εἶναι ὁ ἄχρονος χρόνος τῆς πίστεως, τῆς ἐλπίδας καί τῆς ἀγάπης ἐν Χριστῷ. Ἄν ὁ ἐπίγειος χρόνος γίνεται παλαιός, γερνᾶ καί φθείρει, ἡ βαθύτερη ὑπόσταση τοῦ ἀνθρώπου μένει ἀνεπηρέαστη κατά τήν δυναμική ἀνταπόκρισης στήν σχέση του μέ τόν Θεό. Γιατί «ν ξωτερικός σ’ μς νθρωπος φθείρεται, σωτερικός νανεώνεται μέρα μέ τήν μέρα» (λλ’ ε καί ξω μν νθρωπος διαφθείρεται, λλ’ σω μν νακαινοται μέρ κα μέρ»), μᾶς διδάσκει ὁ Ἀπόστολος Παῦλος (Κορ. Β΄, δ´ 16). Μέ τήν ἐνσάρκωσή Του ὁ Κύριός μας καινοτομεῖ τόν χρόνο, γιά νά χορηγήσει «ζωήν τήν χρονον τος ν γ καί λξιν αώνιον καί δόξαν τήν κήρατον».

ΠΗΓΗ: imchiou.gr

Ο όσιος Συμεών ο στυλίτης




Ο όσιος Συμεών ο στυλίτης (ο πρεσβύτερος ή «ο εν τη μάνδρα»), που τιμάται από την Εκκλησία μας την 1η Σεπτεμβρίου, είναι ο πρώτος γνωστός μοναχός που ασκήτεψε πάνω σε στύλο. Γεννήθηκε γύρω στα 389 στο χωριό Σισάν, στα όρια Συρίας και Κιλικίας. Ήταν βοσκός των πατρικών προβάτων, όταν γνώρισε κάποιους ασκητές, πόθησε εξαιτίας τους τη μοναχική ζωή και ήρθε σ’ ένα μοναστήρι, στο χωριό Τελεδάν, όπου έζησε δέκα χρόνια (403-413) με αυστηρότατη άσκηση. Ύστερα έζησε έγκλειστος τρία χρόνια σε μια σπηλιά, κοντά στην Αντιόχεια, και στη συνέχεια πήγε στο χωριό Τελάνισσο, όπου ασκήθηκε αλλά τρία χρόνια σ’ ένα σπιτάκι. Τέλος, αποσύρθηκε στην κορυφή ενός λόφου και περιορίσθηκε σ’ έναν μικρό κυκλικό περίβολο («μάνδρα»), φτιαγμένο με μιαν αλυσίδα είκοσι πήχεων.
 
Η απίθανη αυστηρότητα της ζωής του και το θαυματουργικό χάρισμα συγκέντρωναν γύρω του πλήθη ανθρώπων, που του προξενούσαν μεγάλη ενόχληση. Για αυτό άρχισε ν’ ανεβαίνει σε στύλους ολοένα και ψηλότεροι. Ο τελευταίος, όπου έζησε πάνω από είκοσι χρόνια, είχε ύψος 16 – 18 μ.
 
Ο όσιος αφιέρωνε το μεγαλύτερο μέρος του εικοσιτετραώρου στην προσευχή. Έτρωγε ελάχιστα. Ήταν συνεχώς όρθιος, χωρίς προφύλαξη από τον ήλιο, τη βροχή, τον άνεμο ή το κρύο. Δυο φορές την ήμερα διέκοπτε τον ασκητικό του κανόνα και νουθετούσε το λαό, μεριμνούσε για τούς αρρώστους και τούς δυστυχισμένους, έκανε συμβιβασμούς διαφορών, έλυνε προβλήματα και μετέστρεφε στη χριστιανική πίστη τούς αλλόδοξους που πρόστρεχαν σ’ αυτόν μαζί με τούς χριστιανούς απ’ όλα τα σημεία τής Ανατολής και τής Δύσης. Κοιμήθηκε το 459 και κηδεύτηκε από τον πατριάρχη Αντιόχειας Μαρτύριο στη μεγάλη εκκλησία της Αντιόχειας.
 
Στο εκπληκτικό Ιεραποστολικό έργο, που, όσο κι αν φαίνεται απίστευτο, πραγματοποίησε από την κορυφή του στύλου του ο αυστηρός αυτός ασκητής, θα αναφερθούμε στις επόμενες γραμμές, σταχυολογώντας τα σχετικά αποσπάσματα από την «Φιλόθεο Ιστορία» του Θεοδώρητου Κύρου, τον ελληνικό βίο του οσίου, γραμμένο από τον μαθητή του Αντώνιο, και τον συριακό βίο του .
 
Η φήμη του οσίου απλώθηκε γοργά παντού. Όλοι, κι από τα κοντινά κι από τα μακρινά μέρη, έτρεχαν κοντά του. Άλλοι έφερναν παράλυτους, άλλοι ζητούσαν να γιατρέψει αρρώστους, άλλοι παρακαλούσαν να μεσιτέψει στο Θεό για ν’ αποκτήσουν παιδιά. Μετά την ικανοποίηση των αιτημάτων τους, έφευγαν γεμάτοι χαρά. Και διαλαλώντας τις ευεργεσίες που δέχτηκαν, έστελναν στον όσιο πολύ περισσότερους ανθρώπους, που ζητούσαν κι εκείνοι τα ίδια. Έτσι, καθώς άρχισαν να καταφθάνουν από κάθε στράτα σαν ποτάμια οι προσκυνητές, σχηματίστηκε σ’ αυτόν τον τόπο ένα ανθρώπινο πέλαγος, που δεχόταν από παντού ποτάμια! Όχι μόνο ντόπιοι ούτε μόνο Χριστιανοί, αλλά και Ισμαηλίτες και Πέρσες και Αρμένιοι και Ίβηρες και Ομηρίτες κι εκείνοι που κατοικούν ακόμα πιο βαθιά μαζεύονταν στο ασκητήριο του οσίου. Ήρθαν και πολλοί που κατοικούσαν στα πέρατα της Δύσης, Ισπανοί και Βρετανοί και Γαλάτες. Όσο για την Ιταλία, λένε πως ο Συμεών είχε γίνει τόσο περιβόητος εκεί, ώστε κρεμούσαν μικρές εικόνες στις εισόδους όλων των εργαστηρίων, για να παίρνουν απ’ αυτές προστασία και ασφάλεια.
 
Ήταν αμέτρητοι, λοιπόν, όσοι έφταναν και ζητούσαν να τον αγγίξουν, ν’ ακουμπήσουν μόνο την άκρη του δερμάτινου χιτώνα του, πιστεύοντας πως έτσι θα έπαιρναν κάποια ευλογία. Ο άγιος, όμως, ένιωθε πως δεν ήταν άξιος ν’ απολαμβάνει τέτοια τιμή. Τον κούραζαν, άλλωστε, όλα αυτά. Έτσι, σοφίστηκε ν’ ανέβει σ’ έναν στύλο. Το ύψος του ήταν στην αρχή μικρό, έξι πήχες. Αργότερα ανέβηκε σε άλλον πιο ψηλό, ύστερα σε ψηλότερο και τέλος σ’ έναν που έφτανε τις τριάντα έξι πήχες. Γιατί το έκανε αυτό; Επειδή λαχταρούσε να πετάει στα ουράνια, ελεύθερος από καθετί γήινο. Και επειδή, φωτισμένος από το Θεό, στόχευε στην ωφέλεια και τη σωτηρία πολλών ψυχών. Βλέπετε, όσοι δεν πείθονται με λόγια και δεν ανέχονται τα κηρύγματα, σαγηνεύονται από τα παράδοξα θεάματα. Το παράδοξο τραβάει όλους και τους αναγκάζει να το προσέξουν, προετοιμάζοντας τους έτσι και στο να διδαχθούν. Έτσι έγινε και με τον όσιο Συμεών. Το παράδοξο θέαμα που παρουσίαζε ανεβασμένος σ’ έναν ψηλό στύλο, τραβούσε αμέτρητους περιέργους, που ήθελαν να πληροφορηθούν γιατί απομακρύνθηκε από τον κόσμο με τέτοιον τρόπο. Με την αφορμή αυτή ο όσιος τους δίδασκε και τούς κήρυσσε το λόγο του Θεού, μεταστρέφοντας πολλούς από την απιστία στην πίστη και από τα έργα της ανομίας στα έργα της ευσέβειας. Ίβηρες και Αρμένιοι και Πέρσες, όπως είπαμε, απαρνιόντουσαν κάτω απ’ το στύλο την προγονική τους πλάνη και δέχονταν την θεία αλήθεια με το άγιο βάπτισμα. Οι Ισμαηλίτες, μάλιστα, έφταναν σε ομάδες, διακόσιοι, τετρακόσιοι, κάποτε και χίλιοι. Με βοή αποκήρυσσαν την πατρική τους θρησκεία, έσπαζαν τα είδωλα που λάτρευαν πρώτα, εγκατέλειπαν μια για πάντα τα μυστηριώδη όργια τής Αφροδίτης και απολάμβαναν τα θεία μυστήρια του Χριστού, αφού άκουγαν από το αγιασμένο στόμα του στυλίτη σωτήριες διδαχές.
 
Ο Θεοδώρητος Κύρου, σύγχρονος και γνώριμος του οσίου, περιγράφει συνοπτικά το κοινωνικό και αποστολικό έργο του: «Νουθετώντας (το λαό) δυο φορές την ήμερα, πλημμυρίζει τ’ αυτιά των ακροατών με τα χαριτωμένα λόγια του και τους προσφέρει όσα το Άγιο Πνεύμα διδάσκει. Προτρέπει να στρέφουν το βλέμμα στον ουρανό, να πετάνε αφήνοντας τη γη και να οραματίζονται τη βασιλεία των ουρανών, να φοβούνται την κόλαση και να περιφρονούν τα γήινα, προσμένοντας τη μέλλουσα ζωή. Μπορεί να τον δεις να δικάζει, βγάζοντας σωστές και δίκαιες αποφάσεις. Όλα αυτά τα κάνει μετά την ακολουθία της ενάτης ώρας. Γιατί όλη τη νύχτα και τη μέρα, ως την ενάτη ώρα προσεύχεται. Ύστερα από την ενάτη ώρα, προσφέρει πρώτα τη θεία διδαχή σ’ όσους βρίσκονται εκεί, και στη συνέχεια ακούει το αίτημα του καθενός. Και αφού θεραπεύσει μερικούς, λύνει τις διαφορές όσων φιλονικούν. Γύρω στη δύση του ήλιου αρχίζει πάλι να προσεύχεται. Δεν παραμελεί όμως, να φροντίζει και για τις άγιες Εκκλησίες. Άλλοτε πολεμάει την πλάνη των ειδωλολατρών, άλλοτε συντρίβει τη θρασύτητα του Ιουδαίων, άλλοτε διαλύει τις ομάδες των αιρετικών. Και όλα τούτα τα κατορθώνει είτε στέλνοντας γράμματα στο βασιλιά, είτε εμπνέοντας στους άρχοντες το ζήλο για το Θεό, είτε παρακινώντας και τους επισκόπους ακόμα να φροντίζουν περισσότερο για το ποίμνιο».
 
Αξίζει, όμως, να διηγηθούμε, ενδεικτικά, μερικά από τα θαύματα του οσίου Συμεών, που είχαν ως αποτέλεσμα τη μεταστροφή των ευεργετημένων στην αληθινή πίστη.
 
Κάποτε ένας Σαρακηνός φύλαρχος έφερε στο στυλίτη κάποιον παράλυτο ομόφυλό του και παρακάλεσε για τη θεραπεία του. Ο άγιος του ζήτησε ν’ απαρνηθεί την προγονική του ασέβεια. Εκείνος δέχτηκε πρόθυμα.
-Πιστεύεις στον Πατέρα και τον Υιό και το Άγιο Πνεύμα; τον ρώτησε ο ασκητής.
-Πιστεύω, ομολόγησε ο Σαρακηνός.
-Αφοί πιστεύεις, σήκω πάνω!
Ο παράλυτος σηκώθηκε και περπάτησε.
-Τώρα πάρε το φύλαρχο στους ώμους σου! τον πρόσταξε ο όσιος.
Ο γιατρεμένος σήκωσε τον κατάπληκτο φύλαρχο, που ήταν εξαιρετικά μεγαλόσωμος, τον έβαλε στους ώμους του κι έφυγε ενθουσιασμένος, δοξάζοντας τον τρισυπόστατο αληθινό θεό.
 
Σε μια πόλη τής Παλαιστίνης ήταν διοικητής κάποιος ειδωλολάτρης, καμπούρης τόσο, που το κεφάλι του ακουμπούσε στο στήθος του και δεν μπορούσε να περιστραφεί. Κάποιοι φίλοι του, έχοντας ακούσει για τα θαύματα του στυλίτη, τον έφεραν κάτω από το στύλο και παρακάλεσαν για τη θεραπεία του. Μα και ο ίδιος καμπούρης άρχισε να ικετεύει τον όσιο κραυγάζοντας τόσο δυνατά, ώστε Εκείνος δεν μπορούσε να προσευχηθεί για χάρη του στον Κύριο. Ο ειδωλολάτρης, πιστεύοντας πως ο Συμεών είχε δική του θαυματουργική δύναμη, του ζητούσε ν’ ακουμπήσει το χέρι του στο κεφάλι του, εκφράζοντας τη βεβαιότητα ότι μ’ αυτόν τον τρόπο θα γινόταν καλά αμέσως. Ο όσιος, όμως, του είπε:
- Είμαι ένας αμαρτωλός και τιποτένιος άνθρωπος. Το χέρι μου δεν έχει καμιά ξεχωριστή δύναμη. Μόνο αν ευδοκήσει ο Θεός, θα πραγματοποιηθεί η επιθυμία σου, γιατί μόνο αυτός έχει τη δύναμη να θαυματουργεί. Κανένας άνθρωπος δεν μπορεί να θεραπεύ­σει άλλον, αν ο Κύριος δεν το θέλει. Παραδόσου, λοιπόν, στην παντοδυναμία του αληθινού Θεού, του δημιουργού και κυβερνήτη του κόσμου, και θα ευεργετηθείς.
Τότε ο καμπούρης σταμάτησε να φωνάζει, αφήνοντας τον όσιο να προσευχηθεί απερίσπαστος. Και μόλις Εκείνος τέλειωσε την προσευχή του, το θαύμα έγινε. Ο ταλαίπωρος άνθρωπος ορθώθηκε, στάθηκε ίσια και άρχισε να χοροπηδάει χαρούμενος σαν παιδί. Άνοιξε τότε τις κασέλες, που είχε φέρει μαζί του, και πρόσφερε στον ευεργέτη του ανεκτίμητα χρυσαφικά κι ασημικά. Ο στυλίτης κοίταξε τα δώρα με περιφρόνηση και του είπε:
-Αν θέλεις να μ’ ευχαριστήσεις, να δεχτείς το φως της αλήθειας. Να βαπτιστείς, για να πάρεις την άφεση. Κι ακόμα να ελευθερώσεις όλους τούς δούλους σου, για να ελευθερωθεί και η δική σου ψυχή από το ζυγό του σατανά.
Ο γιατρεμένος πρόθυμα έκανε ότι του είπε ο άγιος. Και αργότερα, γεμάτος χαρά και χάρη Θεού, έφυγε για την πόλη του.
 
Ένας άρχοντας των Περσών ήταν πολύ δυστυχισμένος, γιατί ο μονάκριβος γιος του κειτόταν δεκαπέντε χρόνια παράλυτος. Έστειλε, λοιπόν, στον όσιο τον επίσκοπο της τοπικής Εκκλησίας, με την παράκληση να προσευχηθεί στον Κύριο για τη θεραπεία του παιδιού του. Του έδωσε, μάλιστα, και δυο υφάσματα από πολύτιμο μετάξι με κεντημένους επάνω χρυσούς σταυρούς, για να τα προσφέρει στον στυλίτη.
Ο επίσκοπος διηγήθηκε στο Συμεών το δράμα του παιδιού και του πατέρα του. Ο όσιος σπλαχνίστηκε και είπε στον επίσκοπο:
-Πάρε αυτά τα υφάσματα που έφερες, έτσι διπλωμένα όπως είναι, και πήγαινε στο καλό. Όταν φτάσεις κοντά στην πόλη σας, κατέβα από το ζώο σου, κράτησε τα υφάσματα στο στήθος σου και προχώρησε ως το σπίτι του άρχοντα πεζός και αμίλητος. Μπες μέσα, στάσου πάνω απ’ το παιδί σκέπασε το με τα υφάσματα και πες του: Ο αμαρτωλός Συμεών σου παραγγέλλει: Στο όνομα του Κυρίου Ιησού Χριστού, σήκω!”.
Ο επίσκοπος έφυγε κι έκανε όπως του υπέδειξε ο όσιος. Μόλις σκέπασε το παιδί με τα υφάσματα, αυτό πετάχτηκε όρθιο και θεραπευμένο.
Ο Πέρσης άρχοντας και ολόκληρη η οικογένειά του ευχαρίστησαν και δόξασαν το Θεό. Και ο επίσκοπος, μετά από σχετικό αίτημά τους, τους κατήχησε και τους βάπτισε.
Κάποιος πλούσιοι από το Σαβά έπασχε από πονοκέφαλο συνεχή και οδυνηρό τόσο, που ένιωσε να του σουβλίζουν κάθε στιγμή το μυαλό. Ανακουφιζόταν λίγο, μόνο όταν χτυπούσε το κεφάλι του πάνω στα δοκάρια των τοίχων του σπιτιού του!
Μόλις έμαθε για τον θαυματουργό στυλίτη, ετοιμάστηκε για το μακρύ ταξίδι και ξεκίνησε, αδιαφορώντας για τον κίνδυνο των θηρίων και των ληστών, που παραμόνευαν εδώ κι εκεί μέσα στην απέραντη έρημο. Σχεδόν έναν ολόκληρο χρόνο ταξίδευε ο άρρωστος. Και όσο πλησίαζε, πράγμα παράδοξο, οι πόνοι του λιγόστευαν. Αντίθετα, όσο κι αν έτρωγε, οι προμήθειές του έμεναν απείραχτες!
Έφτασε επιτέλους στο στύλο του οσίου. Εκείνος, αφού πληροφορήθηκε το πρόβλημά του, ζήτησε να του φέρουν νερό από την κοντινή πηγή. Προσευχήθηκε, το ευλόγησε και πρόσταξε τον άρρωστο να το πιει στο όνομα του Χριστού. Ύστερα, παίρνοντας από το ίδιο νερό, του ράντισε και το κεφάλι. Δεν χρειαζόταν τίποτε άλλο. Ο λίγος πόνος που είχε απομείνει, εξαφανίστηκε κι αυτός. Ο άνθρωπος ευχαρίστησε τον όσιο και δόξασε το Θεό. Ζήτησε, μάλιστα, και να βαπτιστεί. Λίγο αργότερα, φεύγοντας Χριστιανός πια, διαλαλούσε τα μεγαλεία του Κυρίου ως τη μακρινή πατρίδα του.
 
Ένα παρόμοιο μακρύ ταξίδι έκανε και μια ομάδα από τέσσερις λεπρούς και τρεις δαιμονισμένους, που ξεκίνησαν από τα βάθη της Ανατολής κι έκαναν δεκατρείς μήνες ώσπου να φτάσουν στον όσιο. Και εκείνοι, παρά τη μεγάλη απόσταση, ούτε μια φορά δεν έχασαν το δρόμο, μα ούτε κι οι τροφές ή το νερό τούς έλειψαν καθόλου.
Φτάνοντας κάτω απ’ τον στύλο, διηγήθηκαν στον όσιο τα παθήματα τους και ζήτησαν τη βοήθεια του.
-Ο Θεός, αποκρίθηκε Εκείνος, που σου έδειξε το δρόμο να έρθετε ως εδώ, θα σας δώσει και την υγεία σας.
Ζήτησε νερό, το ευλόγησε και τούς το έδωσε να πιουν και να ραντιστούν στο όνομα του Κυρίου. Μόλις το έκαναν, έγιναν και οι επτά καλά! Ύστερα απ’ αυτό, αρνήθηκαν τη λατρεία των ειδώλων, βαπτίστηκαν και έφυγαν δοξάζοντας το Θεό.
Κάποτε ήρθαν κάτω απ’ το στύλο αντιπρόσωποι των κατοίκων της οροσειράς του Λιβάνου και ανάστατοι είπαν στον όσιο:
- Στον τόπο μας παρουσιάστηκαν κάτι αγρία θηρία, πρωτοφανέρωτα και άγνωστα, που κατασπαράζουν ανθρώπους και ζώα. Πολλές φορές μπαίνουν στα σπίτια, αρπάζουν τα παιδιά και τα καταβροχθίζουν μπροστά στα έντρομα μάτια των μανάδων τους. Ο φόβος και ο θρήνος έχουν απλωθεί παντού.
-Μην παραξενεύεστε για τη συμφορά που σας βρήκε, είπε ο άγιος. Είναι η τιμωρία για τα έργα σας. Οι προγονοί σας εγκατέλειψαν τον αληθινό Θεό, τον πλάστη και ευεργέτη μας, και λάτρεψαν τα βουβά είδωλα. Κι εσείς επιμένετε στην πλάνη αυτή. Τα θηρία σας ταλαιπωρούν με παραχώρηση του Κυρίου, που θέλει να σας οδηγήσει στη μετάνοια και να σας φέρει κοντά Του. Αν όμως δεν έχετε σκοπό να μετανοήσετε, άδικα ήρθατε ως εδώ. Να ζητήσετε τη βοήθεια των ειδώλων που προσκυνάτε!
Εκείνοι τότε έπεσαν στα γόνατα και άρχισαν να παρακαλούν με δάκρυα το στυλίτη:
-Λυπήσου μας! Μεσίτεψε για μας στο Θεό! θα μετανοήσουμε!…
Μαζί τους ικέτευαν τον όσιο και άλλοι, που έτυχε να βρίσκονται εκεί, και τους σπλαχνίστηκαν.
-Μόλις απαρνηθείτε την πλάνη σας, αποκρίθηκε πάνω απ’ το στύλο του ο γέροντας και βαπτιστείτε στο όνομα του Χριστού, τότε θα παρακαλέσω τον Κύριο να σας δείξει τη φιλανθρωπία Του.
Μ’ ένα στόμα οι ειδωλολάτρες υποσχέθηκαν πως, όταν θα γύριζαν στην πατρίδα τους, θα κατεδάφιζαν αμέσως τα Ιερά των ειδώλων και θα έριχναν στη φωτιά τα ξόανα.
Ο άγιος κατάλαβε πως η μεταστροφή τους ήταν αληθινή. Τούς έδωσε, λοιπόν, ένα κουτάκι με ευλογημένη σκόνη και τούς είπε:
-Να πάτε στο καλό! Μόλις φτάσετε στον τόπο σας, να περάσετε απ’ όλα τα χωριά. Στην εμπασιά κάθε χωριού, να χώνετε στη γη τέσσερις πέτρες. Και πάνω σε κάθε πέτρα να σχηματίζετε με τούτη τη σκόνη τρεις σταυρούς. Αν υπάρχουν εκεί Χριστιανοί ιερείς, φωνάξτε τους να σας βοηθήσουν και να τελέσουν νυχτερινές λειτουργίες. Τότε ο Θεός θα κάνει το θαύμα Του. Κανένας άνθρωπος δεν θα χαθεί πια από τα θηρία.
Επιστρέφοντας στη χώρα τους οι ειδωλολάτρες διαπίστωσαν ότι, από την ώρα που ο Συμεών είχε προσευχηθεί γι’ αυτούς, όλα τα θηρία είχαν φύγει από τα χωριά και αποτραβηχτεί στα δάση. Όταν, λοιπόν, έκαναν ότι τούς συμβούλεψε ο όσιος, είδαν τα θηρία να τρέχουν και να έρχονται γύρω από τις πέτρες, ουρλιάζοντας απαίσια. Πολλά έπεφταν και ψοφούσαν επιτόπου. Αλλά έφευγαν αλαφιασμένα και χάνονταν. Σε δέκα μέρες δεν είχε απομείνει κανένα.
Πήραν τρία τομάρια από τα ψόφια θηρία και τα έφεραν στον όσιο. Και αφού του διηγήθηκαν το θαύμα, βαπτίστηκαν όλοι κι έγιναν Χριστιανοί. Μια βδομάδα έμειναν εκεί, ακούγοντας τις σοφές διδαχές του πνευματοφόρου στυλίτη, και μετά έφυγαν χαρούμενοι για την πατρίδα τους, δοξάζοντας το Θεό.
 
Αλλά σταματάμε εδώ τη διήγηση, γιατί τα μεγάλα και θαυμαστά έργα του οσίου Συμεών δεν έχουν τέλος. Όπως σημειώνει ωραιότατα ο Σύρος βιογράφος του, «ποιο στόμα θ’ αποτολμούσε να διηγηθεί ή ποιο χέρι θα μπορούσε να γράψει ή ποιο σοφό μυαλό θα μπορούσε να υπολογίσει τις αναρίθμητες ευεργεσίες που έκανε ο Θεός στον κόσμο μέσω του αγίου; Πόσους ανθρώπους, που ήταν μακριά από τον Κύριο, έφερε κοντά Του; Πόσοι πλανεμένοι γύρισαν με τη διδαχή του από την άγνοια στην αληθινή γνώση; Πόσες χιλιάδες και μυριάδες “αλλότριων”, χάρη στο κήρυγμά του, έγιναν μέλη τής Εκκλησίας και υποτάχθηκαν στο Χριστό; Ποιος μπορεί να λογαριάσει τις τόσες και τόσες χιλιάδες αγρίων, που, βλέποντας και ακούγοντας τον, με χαρά εγκολπώθηκαν τη χριστιανική πίστη και έγιναν υπηρέτες της αλήθειας; Γιατί η φήμη των ευεργεσιών, που έκανε ο Κύριος με τα χέρια του οσίου, ταξίδεψε απ’ τη μιαν άκρη του κόσμου ως την άλλη.
Κι έτσι εκπληρώθηκε το γραφικό: “Εις πάσαν την γην εξήλθεν οι φθόγγοι αυτών και εις τα πέρατα της οικουμένης τα ρήματα αυτών (Ψαλμ. 18:5)».
 
Πηγή: Synaxaristis

Πέμπτη, 30 Αυγούστου 2012

Ζήτα μου ό,τι θες..

 
Ο άνθρωπος υπάρχει για να ζητά.
Όντας βρέφος ζητά την τροφή, την στοργή, την φροντίδα, την αγάπη, την αποδοχή. Και εάν δεν μάθει στη συνέχεια της ζωής του να μη ζητά μόνο, αλλά και να προσφέρει, τότε καθηλώνεται στο να είναι απαιτητικός, να θεωρεί ότι δικαιούται να ζητά και να επιρρίπτει τις ευθύνες της ζωής του στους άλλους που δεν του δίδουν αυτό που επιθυμεί.

Ενίοτε, τα πάθη μας μάς ωθούν να ζητούμε ή και να είμαστε έτοιμοι να δώσουμε ό,τι μας ζητούνε, προκειμένου να τα ικανοποιήσουμε.
Εύκολα χάνουμε το μέτρο μας, τις αρχές μας, ακόμη και τον ίδιο μας τον εαυτό.
Χαρακτηριστικό παράδειγμα ο Ηρώδης, ο βασιλιάς των Ιουδαίων, τον οποίο ο Χριστός χαρακτήρισε «αλώπεκα», αλεπού (Λουκ. 13, 31). Είδε την κόρη της Ηρωδιάδας, γυναίκας του αδερφού του με την οποία ο ίδιος συζούσε, να χορεύει έναν χορό στο γενέθλιά του και τόσο εντυπωσιάστηκε που αμέσως της είπε: «Αίτησόν μοι ό εάν θέλεις και δώσω σοι» (Μάρκ. 6, 22). «Ζήτα μου ό,τι θες και θα σου το δώσω».
Χωρίς να εξετάσει τι υπόσχεση έδινε και ποιο θα ήταν το τίμημα γι’ αυτήν. Η ψυχή του παραδόθηκε στην λαγνεία, στην εξωτερική εντύπωση που του προκάλεσε ο χορός. Ελκύσθηκε από αυτόν και από εκείνη που προκάλεσε τις αισθήσεις του που ήταν πρόθυμος να παραδώσει και το μισό του βασίλειο, για να εκφράσει την ευχαρίστηση που γεύθηκε. Και το τίμημα σκληρό για τον ίδιο. Αναγκάστηκε να έρθει σε ρήξη με το λαό, αλλά και να προχωρήσει σε ένα από τα μεγαλύτερα εγκλήματα της ανθρώπινης ιστορίας: να αποκεφαλίσει τον τελευταίο προφήτη της Παλαιάς Διαθήκης, τον Άγιο Ιωάννη τον Πρόδρομο, δείχνοντας τον εκφυλισμό της συνείδησής του, αλλά και το αδιέξοδο της υπόσχεσής του.


«Ζήτα μου ό,τι θες». Πόσες φορές στη ζωή μας δεν είμαστε έτοιμοι να παραδώσουμε, νου, καρδιά, αξιοπρέπεια, αξίες, τιμή, προκειμένου να ικανοποιήσουμε τα πάθη μας. Πόσες φορές αγόμαστε και φερόμαστε από εκείνους που μπορούν να μας παγιδεύσουν με το λόγο, την εμφάνιση, τα θέλγητρά τους, να μας κάνουν να νομίσουμε ότι η ηδονή της αποδοχής μας από αυτούς και η ικανοποίηση των βαθύτερων επιθυμιών μας, αξίζουν το τίμημα. Και παραδώσαμε την ψυχή και το σώμα μας στις ψεύτικες ηδονές. Σε σχέσεις που μας χρησιμοποίησαν και χρησιμοποιήσαμε, με αποτέλεσμα να πληγωθούμε και να πληγώσουμε, αλλά να μην είμαστε ευτυχισμένοι.

«Ζήτα μου ό,τι θες». Πόσες φορές παρασυρθήκαμε από έναν πολιτισμό που μας προκαλούσε να του ζητήσουμε ό,τι θέλουμε. Αγαθά, προϊόντα, την ψευδαίσθηση της ευτυχίας μέσω αυτών, την δυνατότητα να καταναλώνουμε για να γίνουμε βασιλιάδες της στιγμής. Να εξασφαλίσουμε την μικρή ή την μεγάλη δημοσιότητα και αποδοχή. Να μπούμε στο μάτι των διπλανών μας. Να αποδείξουμε ότι κι εμείς έχουμε δικαίωμα στο όνειρο. Και παραδώσαμε αντί πινακίου φακής τα πνευματικά μας πρωτοτόκια. Τη δυνατότητα να είμαστε ελεύθεροι. Τη δυνατότητα να γνωρίζουμε γιατί ζούμε. Την προτεραιότητα να μπορούμε να μοιραστούμε. Την δύναμη να αγαπήσουμε, να συγχωρήσουμε και να ζήσουμε μαζί με τους άλλους και όχι μόνο για τον εαυτό μας.

«Ζήτα μου ό,τι θες». Πόσες φορές μετατρέψαμε ακόμη και τη σχέση μας με το Θεό σε αφορμή για να ζητήσουμε. Επιτυχίες, υγεία, αγαθά, αποδοχή, δόξα, μακροζωία, ευτυχία για τους εαυτούς μας και τα παιδιά μας. Πόσες φορές δεν επιπλήξαμε το Θεό γιατί δεν μας έδωσε αυτά που θέλαμε. Πόσες φορές μετρήσαμε την πίστη μας, με μόνο κριτήριο το συμφέρον και την ιδιοτέλειά μας. Και έτσι, το μόνο που πετύχαμε ήταν να κατασκευάσουμε έναν Θεό κομμένο και ραμμένο στα μέτρα μας, αγνοώντας ότι Εκείνος σταυρώθηκε για μας χωρίς να περιμένει τίποτε από εμάς, αρνούμενοι ότι «πάντα έξεστι, αλλ’ ου πάντα συμφέρει» (Α’ Κορ. 6, 12).

«Μακάριον εστί μάλλον διδόναι ή λαμβάνειν» (Πράξ. 20,35). Χτίσαμε γενιές που έμαθαν να ζητούνε και να μην είναι πρόθυμες να δώσουν.

Χτίσαμε γενιές που έμαθαν να θεωρούν την ικανοποίηση δικαίωμά τους και να μην μπορούν να αντέξουν στην άσκηση, την εγκράτεια, την λιτότητα, την παραίτηση από τα δικαιώματά τους χάριν της αγάπης.
Και τώρα θερίζουμε τα αδιέξοδά μας. Καιρός για αλλαγή νοοτροπίας, για μετάνοια. Για αυτοσυγκράτηση, μοίρασμα και αγάπη. Για αλλιώτικη προτεραιότητα. Καιρός για σύνεση και μέτρο. Κι αυτά δεν μπορούν να έρθουν ούτε με νόμους ούτε με επιβολές ξένων. Γιατί η ψυχή μας πάντα θα ποθεί να ζητά. Χρειάζεται πνευματική παιδεία, η οποία θα χτίσει προσωπικότητες που θα έχουν ως γνώμονα τη ζωή τους την ευτυχία μέσα από την αγάπη. Όχι μόνο για το «εγώ». Αλλά και για το «εσύ». Και μέσα από την συνάντηση των προσώπων που αγωνίζονται να δώσουν αληθινή χαρά μέσα από την αγάπη και την αλληλοπροσφορά υπάρχει ελπίδα για μία πιο ριζική αλλαγή. Στις καρδιές μας. Και τα αδύνατα παρά ανθρώποις δυνατά παρά τω Θεώ.

Πηγή:synodoiporia.blogspot.gr/2012/08/blog-post_8810.html?spref=fb

Τρίτη, 28 Αυγούστου 2012

Το κακό

 
Μωυσέως Μοναχού Αγιορείτου
 
Τον θεωρούν με ανθρώπινα πάθη κακό, τιμωρό και εκδικητή. Γιατί τα επιτρέπει; Γιατί τα παραχωρεί; Γιατί δεν τα αποσύρει, ενώ τόσο ταλαιπωρούν τα πλάσματά του; Όπως είναι γνωστό, ο άνθρωπος είναι πλήρως ελεύθερος να επιλέξει το κακό ή το καλό. Για την επιλογή του κακού δεν ευθύνεται ο Θεός. Δεν μπορούμε να κατηγορούμε το Θεό, γιατί μας έκανε τέλεια ελεύθερους. Ο Θεός είναι η αυτοαγαθότητα, δεν εποίησε κανένα κακό ποτέ.


Το κακό καλούμεθα να μην το πράττουμε, να το μισούμε και να το υπομένουμε από τους άλλους. Οι δοκιμασίες στη ζωή του ανθρώπου δεν υπάρχουν ως αποτέλεσμα ενός κακού Θεού αλλά ενός αρίστου παιδαγωγού, που προσπαθεί να συνδράμει ωφέλιμα και διορθωτικά και μέσα από τα διάφορα λυπηρά. Όποιος θεωρεί μόνο υπεύθυνο του κακού το Θεό σφάλλει σοβαρά. Ο σοφός Μ. Βασίλειος διακρίνει το κακό σε φυσικό και αισθητό. Πραγματικό κακό, λέει, είναι η αδικία, η ζηλοφθονία και τα λοιπά αμαρτωλά πάθη. Κακό είναι και ότι μας ταλαιπωρεί η απάτη, η ασθένεια, ο θάνατος προσφιλών προσώπων. Υπεύθυνοι για την αμαρτία είμεθα εμείς και όχι ο Θεός. Οι δυσκολίες, τα βάσανα, τα προβλήματα της ζωής είναι, για να μας συνετίσουν, ωριμάσουν και καλλιεργήσουν.

Μόνος του ο άνθρωπος ζώντας επί χρόνια στην αμαρτία αποδυναμώνεται, φθείρεται, δεν έχει αντιστάσεις για το κακό και ενεργητικότητα για το καλό. Πάντα πάντως υπάρχουν κάποια περιθώρια προς μεταστροφή. Η κακή συνήθεια της γοητευτικής υπερηφάνειας δεν τον αφήνει να οδηγηθεί στην ακακία. Το κακό κατά τους Πατέρες της Εκκλησίας δεν έχει υπόσταση. Το κακό θεωρείται ως στέρηση του καλού. Η αφύσικη κατάσταση της ζωής δημιουργεί τα διάφορα νοσήματα, για τα οποία καθόλου δεν είναι υπαίτιος ο Πανάγαθος Θεός. Το κακό ήλθε στη ζωή του ανθρώπου με την απομάκρυνσή του από το Θεό, την πηγή παντός αγαθού. Το αυτεξούσιο είναι θεόσδοτο και ο Θεός δεν θέλει σκλάβους. Ο Θεός δεν αγαπά καθόλου τη βίαιη ζωή αλλά την ελεύθερη αρετή. Ο άνθρωπος επιλέγει και προτιμά μόνος του την κακία στη ζωή του. Ο δαίμονας μισεί το Θεό και παραμένει μόνιμα και σταθερά στην κακία. Εχθρεύεται και τον άνθρωπο και μηχανεύεται τρόπους, για να τον υποδουλώσει στα αντίθεα και σκοτεινά έργα του. Ο άνθρωπος καλείται να είναι ετοιμοπόλεμος στα μηχανουργήματα της δαιμονικής κακίας. Για κάθε ανθρώπινη πτώση συνεργεί η δαιμονική πονηρία, αλλά έχει ευθύνη και ο ίδιος ο άνθρωπος, που αφήνεται να παρασυρθεί.

Η αμαρτία είναι σοβαρό κακό και η αρετή σπουδαίο αγαθό. Οι Χριστιανοί πρέπει να φοβούνται την αμαρτία, γιατί τους στερεί την ειρήνη και την αληθινή χαρά. Να μην απορρίπτουν τις από Θεού δοκιμασίες, γιατί μπορούν να γίνουν αφετηρίες ιάσεως, μετάνοιας και σωτηρίας. Ο φοβερός θάνατος κατά την Ορθόδοξη Θεολογία δεν είναι τιμωρία Θεού αλλά η απομάκρυνση του ανθρώπου από το Θεό. Χειρότερος του βιολογικού θανάτου θεωρείται ο πνευματικός θάνατος, που έρχεται, όταν διακοπεί η κοινωνία του ανθρώπου με το Θεό.

Η ασυλλόγιστη εμπάθεια ορισμένων ανθρώπων τούς κάνει υπεύθυνους της αμαρτίας τους. Σε όλη τη ζωή δυστυχώς επικρατεί το κακό. Αυτό δεν σημαίνει ότι νίκησε. Αρκετοί μέσα από το κακό παιδεύονται και ταλαιπωρούνται ισχυρά, ώστε τελικά να το μισήσουν. Μέσα και από το κακό μερικές φορές έρχεται το καλό. Το κακό δίνει ανησυχία, φόβο, ταραχή. Το καλό γαληνεύει, χαροποιεί, παρηγορεί. Μειοψηφίες συχνά ζουν με πληρότητα την αλήθεια και την ελευθερία. Το κακό γκρεμίζει, ματώνει, γκριζαίνει, φτωχαίνει. Το αγαθό ανασταίνει, φωτίζει, πλουτίζει και δυναμώνει. Μακάριοι οι αγαθοποιούντες.


 

Κυριακή, 26 Αυγούστου 2012

Η κατά Χριστόν συζυγία - Αγιοι Ανδραιανός και Ναταλία

 
 
Σήμερα η Εκκλησία μας,αγαπητοί μου, φέρνει ενώπιόν μας ένα αγιασμένο ζευγάρι νέων συζύγων, που έζησαν στα χρόνια του μεγάλου διωγμού κατά τον Χριστιανών, στα τέλη του 3ου αιώνα, όταν το θηρίο της ειδωλολατρίας ψυχορραγούσε. Πρόκειται για τους Αγίους Μάρτυρες Αδριανό και Ναταλία, το παράδειγμα των οποίων συνιστά την πεμπτουσία της κατά Χριστόν συζυγίας.
 
Ο Άγιος Αδριανός, ευρισκόμενος στην πόλη του, την Νικομήδεια, σε ηλικία 28 ετών,διαπίστωσε ότι είχαν συλληφθεί 23 Χριστιανοί, οι οποίοι ήταν έτοιμοι να μαρτυρήσουν για την πίστη τους. Τους επισκέφθηκε, συζήτησε μαζί τους, εντυπωσιάστηκε από αυτά που άκουσε, εμπνεύστηκε από την πίστη τους και δήλωσε στους ειδωλολάτρες ότι είναι και αυτός Χριστιανός. Αμέσως τον συνέλαβαν και τον έκλεισαν στην φυλακή. Εκεί πήγε η γυναίκα του, η Αγία Ναταλία, να τού συμπαρασταθεί,να τον εμψυχώσει και να τού πει να μη λυγίσει. Στη συνέχεια, αφού υπέμεινε πολλά και φρικτά βασανιστήρια, παρέδωσε την ψυχή του στον Κύριο. Το σώμα του ενταφιάστηκε από την γυναίκα του Ναταλία, η οποία, μετά από λίγο καιρό,θάφτηκε δίπλα του, αφού κι αυτή παρέδωσε μαρτυρικά την ψυχή της στον Κύριο.
Και οι δύο ανήκουν στην χορεία των Αγίων Ενδόξων Μαρτύρων της πρώτης Εκκλησίας. Η περίπτωσή τους, όμως, είναι ξεχωριστή καθότι ήταν ανδρόγυνο και επέλεξαν το μαρτύριο, αντί για την ελεύθερη ζωή και την ασφάλεια της πίστης των ειδώλων. Η συμπεριφορά δε της Ναταλίας είναι ασυνήθιστη και εντυπωσιακή· ξεπερνά τα δεδομένα της γυναικείας φύσης. Επισκέφθηκε τον σύζυγό της στη φυλακή, τον είδε να υποφέρει, αποφασισμένο να δώσει τη ζωή του για τον Χριστό και δεν τον απέτρεψε. Δεν τον ικέτευσε να αλλάξει γνώμη, να γλιτώσει τη ζωή του, για να ζήσουν ευτυχισμένοι μαζί και η ίδια να μη μείνει χήρα τόσο νέα. Αντιθέτως, τον παρότρυνε, τον ενθάρρυνε,τον προέτρεψε να παραμείνει πιστός στην απόφασή του, γιατί γνώριζε ότι η προτεραιότητα στη ζωή πρέπει να είναι το θέλημα του Θεού, η κατάκτηση της Βασιλείας των ουρανών και όχι η δικαίωση και η απόλαυση αυτής της πεπερασμένης και σύντομης γήινης διαδρομής.
 
Το μαρτυρικό αυτό ζευγάρι βίωνε ουσιαστικά το Μυστήριο του Γάμου του, ως χώρο της κατά Χριστόν συζυγίας και τελειώσεως. Στα πρόσωπά τους θεμελιώνεται η διαχρονική πίστη της Εκκλησίας για τον Χριστιανικό Γάμο, σύμφωνα με την οποία «ο Γάμος είναι μια πορεία αγάπης. Είναι δημιουργία ενός καινούργιου ανθρώπου. «Έσονται οι δύο εις σάρκαν μίαν», λέγει το Ευαγγέλιο.Ενώνει ο Θεός δύο ανθρώπους και τους κάνει έναν. Από την ένωση των δύο που αποφασίζουν να συγχρονίσουν τα βήματά τους και να συναρμονίσουν τους κτύπους των καρδιών τους, βγαίνει ένας άνθρωπος. Με την βαθειά αυτή και πηγαία αγάπη ο ένας είναι μία παρουσία, μία ζωντανή πραγματικότητα μέσα στην καρδιά του άλλου.…»1
 
Στην περίπτωση του Αδριανού και της Ναταλίας «δε μπορεί να μη θαυμάσει κανείς το νεαρό ζεύγος, το οποίο λειτουργεί μέσα στα πλαίσια αυτού που ο Χριστός και η αγία Σου Εκκλησία έχουν καθορίσει: ο ένας να γίνεται στήριγμα του άλλου, για να φτάσουν στο σκοπό: την ένωση του ανθρώπου με τον Θεό. Στο ζεύγος αυτό δηλαδή, επισημαίνουμε περίτρανα ότι ο γάμος είναι εκ Θεού, όταν δεν συνιστά τέλος από μόνος του, αλλά κατανοείται ως μέσον, ως δρόμος, προκειμένου οι σύζυγοι να αλληλοβοηθηθούν στην ένταξή τους στη Βασιλεία του Θεού. Με άλλα λόγια, με τον χριστιανικό γάμο, τύπος του οποίου είναι ο γάμος των σημερινών Αγίων, συμβαίνει κάτι αντίστοιχο με τον άγαμο βίο, τον ευλογημένο μοναχισμό.Όπως ο μοναχός εντάσσεται στο μοναστήρι του, για να βοηθηθεί στη σχέση του με τον Θεό, όταν έχει δεχτεί βεβαίως την κλήση από τον Χριστό, κατά τον ίδιο τρόπο και ο έγγαμος: εισέρχεται στον γάμο, για να γίνει ο γάμος εφαλτήριο πνευματικής του ανόδου. Αν ο γάμος δεν κατανοηθεί με τον τρόπο αυτό, τότε αυτονομείται ως στοιχείο του κόσμου τούτου και, συνεπώς, αντί να βοηθάει τον άνθρωπο, τον οδηγεί στη μεγαλύτερη φθορά του. Μη ξεχνάμε ότι στην παραβολή του μεγάλου δείπνου,που είπε ο Κύριος, ο ένας που δεν παρακάθησε στο δείπνο, ήταν αυτός που συνήψε γάμο. Ο γάμος του λειτούργησε στην περίπτωση αυτή αρνητικά»2
 
Η συνύπαρξη των συζύγων μέσα στον Γάμο είναι ευκαιρία κοινής πορείας στην οδό της σωτηρίας. Αρκεί αμφότεροι να έχουν συγχρονίσει τα βήματά τους στον ίδιο ρυθμό,να αναπνέουν τον ίδιο καθαρό αέρα της Εκκλησιαστικής ζωής, όπως έπραξαν οι ευλογημένοι Άγιοι Μάρτυρες και σύζυγοι Αδριανός και Ναταλία. ΑΜΗΝ!
 
 
Αρχιμ.Επιφάνιος Οικονόμου
Πηγή: http://aktines.blogspot.gr/2012/08/26.html#more

Σάββατο, 25 Αυγούστου 2012

Ο πλούσιος νεανίας

 
Αγ. Λουκά επισκόπου Κριμαίας
 
Ακούσατε σήμερα το ευαγγελικό ανάγνωσμα περί του πλούσιου νεανίσκου, ο οποίος δεν ήθελε να μοιράσει την περιουσία του για να γίνει κληρονόμος της Βασιλείας των Ουρανών. Τότε ο Κύριος είπε στους μαθητές του ότι είναι πιο εύκολο να περάσει καμήλα από βελονότρυπα παρά να μπει πλούσιος στην Βασιλεία των Ουρανών.
Πριν δώσουμε ερμηνεία για τον λόγο που είπε ο Χριστός στον πλούσιο νεανίσκο, ακούστε τι λέει ο απόστολος Ιάκωβος για τους πλούσιους: «Άγε νυν οι πλούσιοι, κλαύσατε ολολύζοντες επί ταις ταλαιπωρίαις υμών ταις επερχομέναις΄ ο πλούτος υμών σέσηπε και τα ιμάτια υμών σητόβρωτα γέγονεν, ο χρυσός υμών και ο άργυρος κατίωται, και ο ιός αυτών εις μαρτύριον υμίν εσται και φάγεται τας σάρκας υμών΄ ως πυρ εθησαυρίσατε εν εσχάταις ημέραις΄ ιδού ο μισθός των εργατών των αμησάντων τας χώρας υμών ο απεστερημένος αφ' υμών κράζει, και αι βοαί των θερισάντων εις τα ώτα Κυρίου Σαβαώθ εισεληλύθασιν΄ ετρυφήσατε επί της γης και εσπαταλήσατε, εθρέψατε τας καρδίας υμών ως εν ημέρα σφαγής, κατεδικάσατε, εφονεύσατε τον δίκαιον ουκ αντιτάσσεται υμίν» (Ιακ. 5, 1-6).

Βλέπετε τι φοβερά λόγια είπε ο απόστολος Ιάκω­βος για τους πλούσιους και πόσο βαριά τους κατηγόρησε; Και τί μπορεί να είναι πιο φοβερό από τα λόγια του Κυρίου Ιησού Χριστού που λέει ότι δύσκολο είναι για έναν πλούσιο να εισέλθει στην Βασιλεία του Θεού;

Γιατί είναι δύσκολο; Κατά την εποχή του Χριστού μεταξύ του λαού του Ισραήλ κυριαρχούσε η γνώμη ότι ο πλούτος είναι ευλογία του Θεού, γι' αυτό τους πλούσιους ανθρώπους τους σέβονταν και τους εκτιμούσαν πολύ.

Όταν ο Κύριος είπε ότι ο πλούτος είναι εμπόδιο να εισέλθει κανείς στην Βασιλεία του Θεού, οι κατάπληκτοι μαθητές του Τον ρώτησαν: «Τις αρα δύναται σωθήναι» (Μτ. 19, 25). Και αυτοί είχαν την γνώμη ότι οι πλούσιοι έχουν την ευλογία του Θεού. Αν οι πλούσιοι δεν θα σωθούν, τότε ποιός θα σωθεί; Ο Κύριος τους απάντησε: «Τα αδύνατα παρά ανθρώποις δυνατά παρά τω Θεώ εστίν» (Λκ. 18, 27).

Ας σκεφτούμε καλύτερα αυτά τα λόγια. Όταν εκείνος ο νέος είπε στον Κύριον την επιθυμία του να Τον ακολουθήσει, ο Κύριος τον ρώτησε: «Γνωρίζεις τις εντολές;» «Ναι, -απάντησε εκείνος-, βεβαίως, γνωρίζω όλες τις εντολές και από μικρός τις τηρώ». Αλλά ο Κύριος έδειξε, και σ' αυτόν και σ' όλους τους άλλους ότι δεν είναι αρκετό να τηρεί κανείς μόνο τις εντολές του παλαιού νόμου, δηλαδή εκείνες τις δέκα εντολές που και εσείς τις γνωρίζετε.

Γιατί δεν είναι αρκετό; Οι Εβραίοι ήταν σίγουροι ότι οι εντολές είναι το παν΄ όποιος τηρεί τις εντολές είναι καθαρός και άγιος και θα γίνει κληρονόμος της Βασιλείας του Θεού. Ο Κύριος όμως είπε ότι τα πράγματα καθόλου δεν είναι έτσι.

Τί ζητάνε από τους ανθρώπους οι εντολές του παλαιού νόμου; Η πρώτη εντολή διδάσκει να προσκυνούν οι άνθρωποι τον ένα και μοναδικό Θεό, μόνο Αυτόν να τιμούν και να μην έχουν άλλους θεούς ε­κτός απ' Αυτόν. Η δεύτερη εντολή απαγορεύει να προσκυνάνε οι άνθρωποι τα είδωλα. Αυτό τί σημαίνει; Ότι όλοι όσοι δεν προσκυνούν τα είδωλα αυτόματα γίνονται καθαροί και άγιοι; Εμείς όλοι προσκυνάμε έναν Θεό. Όλοι είμαστε άγιοι;

Ο νόμος υπαγορεύει να σεβόμαστε τον πατέρα και την μητέρα μας. Μήπως αυτό σημαίνει ότι είμαστε άγιοι επειδή σεβόμαστε τους γονείς μας και δεν τους πετάμε στο δρόμο όταν γερνάνε; Μήπως αυτό και μόνο μας κάνει δίκαιους ενώπιον του Θεού;

Οι εντολές λένε να μην μοιχεύουμε, να μην φονεύουμε, να μην κλέβουμε, να μην ζηλεύουμε τον πλησίον μας, να μην επιθυμούμε τίποτα απ' τα δικά του και να μην επιθυμούμε τη γυναίκα του. Και αυτό τί σημαίνει; Αν δεν είμαστε δολοφόνοι, δεν είμαστε κλέφτες, ούτε πόρνοι, ούτε ψευδομάρτυρες, αν από ζήλεια δεν αρπάζουμε την περιουσία των συνανθρώπων μας, αυτό σημαίνει ότι είμαστε καθαροί και άγιοι ενώπιον του Θεού;

Όλες οι εντολές του παλαιού νόμου είναι αρνητικές και λένε να μην είμαστε αυτοί και αυτοί. Δεν λένε όμως πώς πρέπει να είμαστε. Απαγορεύουν μόνο να κάνουμε τις πιο χονδρές, τις πιο άσχημες αμαρτίες. Οι εντολές αυτές προορίζονταν για έναν λαό σκληρό, όπου οι άνθρωποι έκαναν τα πρώτα απλά βήματα στην διόρθωσή τους.

Ο Κύριος Ιησούς Χριστός είπε ότι δεν ήλθε να καταργήσει το νόμο αλλά να τον «πληρώσει». Η λέξη αυτή στη σλαβική γλώσσα έχει δύο σημασίες -«εκπληρώνω» και «συμπληρώνω».

Ο Κύριος μας έδωσε έναν καινούριο νόμο, ο οποίος είναι πιο τέλειος σε σύγκριση με τον παλαιό νόμο του Μωυσέως. Μας έδωσε τις εννέα σωτήριες εντολές των μακαρισμών. Μας λέει ότι καθαροί και άγιοι ενώπιον του Θεού δεν είναι αυτοί που δεν κλέβουν και δεν φονεύουν, δεν είναι αυτοί που τηρούν τις εντολές του νόμου του Σινά, αλλά αυτοί που είναι πνευματικά τέλειοι. Αυτοί που είναι γεμάτοι ταπείνωση, αυτοί που χύνουν δάκρυα για τις αμαρτίες τους και την αδικία που βλέπουν στον κόσμο. Αυτοί που με συντετριμμένη καρδιά βλέπουν τον Σταυρό του Χριστού. Αυτοί θα κληρονομήσουν την Βασιλεία των Ουρανών.

Μακαρίζει τους πράους, αυτούς που διψάνε και πεινάνε την αλήθεια, τους ελεήμονες και τους ειρηνοποιούς. Υπόσχεται την Βασιλεία του Θεού σ' αυτούς που διώκονται για την αλήθεια, σ' αυτούς που οι άλλοι τους χλευάζουν και λοιδορούν για το όνομα Του.

Αυτός, συνεπώς, είναι καθαρός και άγιος που είναι τέλειος πνευματικά. Και ο Κύριος από όλους μας ζητάει να είμαστε τέλειοι πνευματικά όπως είναι τέλειος ο Επουράνιος Πατέρας μας.

Ο Κύριος στην επί του όρους ομιλία Του μας έδωσε τέτοιες εντολές που κάνουν την καρδιά μας να τρέμει. Πως να μην φροντίζουμε για το αύριο, πως να συγχωρούμε τους εχθρούς μας και να τους αγαπάμε, πως να δώσουμε στον άλλον το τελευταίο μας πουκάμισο. Και όμως όλα αυτά πρέπει να τα κάνουμε για να γίνουμε τέλειοι.

Στον νεαρό που ήθελε να γίνει τέλειος και είχε ήδη εκπληρώσει όλο τον παλαιό νόμο ο Χριστός είπε: «Ει θέλεις τέλειος είναι, ύπαγε πώλησόν σου τα υπάρχοντα και δος πτωχοίς, και έξεις θησαυρόν εν ουρανώ, και δεύρο ακολούθει μοι» (Μτ. 19, 21). Και μόλις το άκουσε ο νεαρός εκείνος έφυγε λυπημένος γιατί είχε μεγάλο πλούτο και δεν μπόρεσε να κάνει αυτό που του ζητούσε ο Κύριος.

Γιατί ο Κύριος του ζήτησε να πουλήσει όλα όσα είχε και να δώσει στους φτωχούς; Γιατί το να έχει κανείς μεγάλο πλούτο είναι τελείως ασυμβίβαστο με το να ζει σύμφωνα με τις εντολές του Χριστού. Πώς μπορεί ένας άνθρωπος πράος και ταπεινός να χύνει συνέχεια δάκρυα βλέποντας να υποφέρουν οι αδελφοί του και να πολλαπλασιάζει ταυτόχρονα τον πλούτο του, να χτίζει καινούρια σπίτια, να αγοράζει καινούρια άλογα και ακριβά ρούχα;

Σίγουρα δεν μπορεί, γιατί αν είναι σπλαχνικός θα μοιράζει συνέχεια αυτά που έχει. Και τότε όταν μοιράσει όλα θα εκπληρώσει τον νόμο του Χριστού. Αν κρατάει για τον εαυτό του τον πλούτο του, αυτό σημαίνει ότι αγαπάει τον εαυτό του πιο πολύ από τον πλησίον του. Αλλά ο Κύριος είπε να αγαπάμε τον πλησίον μας σαν τον εαυτό μας. Και αν έτσι αγαπάμε τον πλησίον μας δεν θα δώσουμε στον ανήμπορο και τον πεινασμένο όλα όσα έχουμε; Θα μπορέσουμε τότε να ζούμε έτσι όπως ζουν οι πλούσιοι στην Αμερική;

Στις ανούσιες και τρελές διασκεδάσεις σπαταλάνε τα χρήματα που κερδίζουν γι' αυτούς οι εργάτες με δικό τους ιδρώτα και αίμα...

Γι αυτό και λέει ο Κύριος Ιησούς Χριστός ότι, αν δεν θέλουμε να αφήσουμε τον πλούτο μας, δεν θα εισέλθουμε στη Βασιλεία του Θεού, διότι σ' αυτή την περίπτωση παραμένουμε σκληρόκαρδοι και μισάνθρωποι εγωιστές. Αλλά μπορούν να έχουν τέτοιοι άνθρωποι θέση στη Βασιλεία του Θεού; Πιο εύκολα να περάσει καμήλα από βελονότρυπα, παρά να μπει πλούσιος στη Βασιλεία των Ουρανών. Ποιά σχέση όμως έχουν όλα αυτά με μας, τους ανθρώπους που δεν έχουν πλούτο; Έχουν άμεση σχέση. Σκεφθείτε τι είναι αυτό που βλάπτει την ψυχή εκείνων των ανθρώπων που έχουν πλούτο; Την βλάπτει το ότι τα γήινα αγαθά, τις διάφορες απολαύσεις, την πολυτέλεια αυτοί οι άνθρωποι βάζουν πάνω απ' όλα. Τα θεωρούν πιο σημαντικά και από τα πνευματικά αγαθά, τα οποία αποκτούν οι άνθρωποι που μπορεί να μην έχουν υλικά αγαθά, έχουν όμως τον μεγάλο πλούτο τής αγάπης του Θεού και του πλησίον.

Αυτός που είναι προσκολλημένος στα γήινα, που ζητά απολαύσεις, αυτός πάσχει ακριβώς απ' εκείνο το πάθος που δεν αφήνει τους πλούσιους να εισέλθουν στην Βασιλεία του Θεού.

Είναι λίγοι μεταξύ μας αυτοί που αν και δεν έχουν λεφτά και κάποιες φορές δεν έχουν και τα απαραίτητα, θέλουν όμως λεφτά, θέλουν απολαύσεις και διασκεδάσεις και δεν αμαρτάνουν, γιατί απλώς δεν έχουν την δυνατότητα να αμαρτήσουν. Και αν είχαν θα έκαναν και εκείνοι τις ίδιες αμαρτίες σαν εκείνον τον πλούσιο στην πόρτα του σπιτιού του οποίου καθόταν ο Λάζαρος έτοιμος να πεθάνει από φτώχεια και πείνα.

Αν εμείς, παρ' όλο που δεν είμαστε πλούσιοι, ζητάμε τις απολαύσεις και τις χαρές της ζωής. Αν ο σκοπός της ζωής μας είναι η ευημερία, αν όλες οι σκέψεις μας είναι πώς να περάσουμε καλύτερα σε αυτή την ζωή και μόνο αυτό επιδιώκουμε, τότε σίγουρα είμαστε μακριά απ' αυτό που ζητάει ό Κύριος. Διότι άνθρωποι που επιζητάνε την καθαρότητα της καρδιάς, άνθρωποι ελεήμονες, αυτοί επιδιώκουν μόνο το να είναι κοντά στον Θεό, να έχουν κοινωνία μαζί του, ζητάνε την χάρη και την αγάπη Του, θέλουν να είναι αδέλφια τού Χριστού.

Πολλές φορές ο φτωχότερος άνθρωπος, που δεν έχει τίποτα πάνω στη γη, αλλά διακονεί τον Θεό, πολλές φορές αυτός ο άνθρωπος, είναι πιο πλούσιος ακόμα και από τους πλουσιότερους ανθρώπους του κόσμου. Ο πλούτος του είναι η θεία χάρη, η καθαρότητα της καρδιάς, η αγάπη και η συμπάθεια για τους πεινασμένους και δυστυχισμένους αδελφούς του. Αλλά πρώτ' απ' όλα ο πλούτος τους είναι η θερμή αγάπη του Θεού, του Σωτήρα μας Ιησού Χριστού.

Τώρα είναι εύκολο να καταλάβουμε την απάντηση που έδωσε o Χριστός στην γεμάτη απορία ερώτηση των μαθητών του: «Και τίς δύναται σωθήναι;» (Λκ. 18, 26). Η απάντησή του ήταν: «Τα αδύνατα παρά ανθρώποις δυνατά παρά τω Θεώ εστίν» (Λκ. 18, 27).

Για τον Θεό τα πάντα είναι δυνατά. Αυτός μπορεί να στερήσει των πνευματικών αγαθών τους σκληρόκαρδους και άσπλαχνους πλούσιους ανθρώπους. Και μπορεί να δώσει την μεγαλύτερη χαρά εν Κυρίω στους πιο φτωχούς και τους πιο περιφρονημένους ανθρώπους που πεθαίνουν της πείνας.

Ο Θεός μπορεί όλους να σώσει. Μπορεί να σώσει και τον πλούσιο, αν εκείνος μετανοήσει, αν μισήσει τον πλούτο του και κάνει πράξη τον λόγο του Χριστού: «Ύπαγε πώλησόν σου τα υπάρχοντα και δος πτωχοίς, και... δεύρο ακολούθει μοι» (Μτ. 19, 21). Αυτό το έκανε ένας από τους μεγαλύτερους αγίους ο όσιος Αντώνιος ο Μέγας. Όταν ήταν είκοσι χρονών οι γονείς του πέθαναν και εκείνος έγινε κληρονόμος μιας μεγάλης περιουσίας. Μια μέρα άκουσε στην εκκλησία αυτά τα λόγια του Ευαγγελίου: «Ει θέλεις τέλειος είναι, ύπαγε πώλησόν σου τα υπάρχοντα και δος πτωχοίς, και έξεις θησαυρόν εν ουρανώ, και δεύρο ακολούθει μοι» (Μτ. 19, 21).

Τα λόγια αυτά του έκαναν μεγάλη εντύπωση, μπήκαν βαθιά μέσα στην καρδιά του και κυρίεψαν εξολοκλήρου το νου του. Ο Μέγας Αντώνιος πήγε, πούλησε την περιουσία του, μοίρασε τα χρήματα στους φτωχούς και ο ίδιος έφυγε στην έρημο, οπού έζησε μέχρι το βαθύ γήρας. Είχε αρνηθεί όλα τα γήινα αγαθά αλλά έλαβε από τον Θεό πλούτο ασύγκριτα μεγαλύτερο. Ο Θεός του έδωσε το χάρισμα της προφητείας και της θαυματουργίας και ο Μέγας Αντώνιος έγινε αδελφός και φίλος του Χριστού.

Έτσι πρέπει και εμείς να δεχθούμε τα λόγια του Χριστού περί του γήινου πλούτου. Να διώξουμε από την καρδιά μας την προσκόλληση στα γήινα αγαθά. Και μόνο ένα πράγμα να επιδιώκουμε: το να είμαστε φίλοι και αδελφοί του Θεού, που αγαπάνε τον Χριστό και τους οποίους αγαπά Εκείνος.


Πηγή: «Λόγοι και Ομιλίες» Αγ. Λουκά επισκόπου Κριμαίας, Εκδ. «Ορθόδοξος Κυψέλη»

Κυριακή ΙΒ΄ Ματθαίου

 
π. Γεωργίου Δορμπαράκη
 
«ακούσας δε ο νεανίσκος τον λόγον απήλθε λυπούμενος∙ ην γαρ έχων κτήματα πολλά».
Μία πολύ αξιοσυμπάθητη περίπτωση ανθρώπου καταγράφει το σημερινό ευαγγέλιο. Έναν νεαρό, ο οποίος πλησιάζει τον Κύριο, προκειμένου Αυτός ως διδάσκαλος να τον καθοδηγήσει στην είσοδό του στη βασιλεία του Θεού. Ο Κύριος τον παραπέμπει στις εντολές της Μωσαϊκής νομοθεσίας, και όταν αυτός επιμένει, λέγοντας ότι αυτές τις τηρεί εκ νεότητός του, ο Κύριος τον προσανατολίζει στην τελειότητα: να ακολουθεί Εκείνον, κάνοντας πέρα όλα τα υλικά αγαθά του. Η αντίδραση του νεαρού είναι απογοητευτική: «ακούσας τον λόγον απήλθε λυπούμενος». Γιατί είχε πολλά κτήματα, είχε πολλά υλικά αγαθά.
1. Ο νεαρός δεν φαινόταν να κοροϊδεύει τον Κύριο, όπως σε μία παρόμοια περίπτωση ενός νομοδιδασκάλου, ο οποίος Τον πλησίασε «πειράζων Αυτόν». Μολονότι το ερώτημα και των δύο είναι το ίδιο: η είσοδος στη Βασιλεία του Θεού, εδώ έχουμε μία εκ πρώτης όψεως γνήσια αναζήτηση. Διότι ο νεανίσκος και πιστεύει στον Θεό και κάνει έναν «πνευματικό» αγώνα, με την τήρηση του Νόμου, πυρήνας του οποίου ήταν οι Δέκα Εντολές. «Ταύτα πάντα εφυλαξάμην εκ νεότητός μου». Παρ’ όλον όμως τον αγώνα του αυτόν, διεπίστωνε στο βάθος της ψυχής του ότι η καρδιά του δεν γέμιζε. Ένιωθε ότι υπολείπεται σε κάτι, το οποίο θα του έδινε την ώθηση να ζήσει σε πληρότητα τη χάρη του Θεού. Για τα δεδομένα βεβαίως της πίστεώς μας, η έλλειψη αυτή είναι δικαιολογημένη: η πλήρωση της καρδιάς, αυτό που ολοκληρώνει τον άνθρωπο έρχεται μόνον εν Χριστώ. Ο Χριστός είναι Εκείνος που επαναφέρει τον άνθρωπο στην κανονική πορεία του, αυτήν για την οποία είχε δημιουργηθεί από τον Θεό. Ο Μωσαϊκός Νόμος, οι Προφήτες, η Παλαιά Διαθήκη δηλαδή, αποτελούσαν το προκαταρκτικό στάδιο ετοιμασίας προς αποδοχή του Χριστού. Η Παλαιά Διαθήκη, μέσα στην οποία βρισκόταν και ο νεαρός αυτός, είχε το νόημα της διαπαιδαγώγησης του ανθρώπου. «Ώστε ο Νόμος παιδαγωγός ημίν γέγονεν εις Χριστόν».
2. Η αναζήτηση όμως του νεαρού για τη Βασιλεία του Θεού, μετά την επισήμανση του Κυρίου, τελικώς φαίνεται ότι δεν ήταν και τόσο γνήσια. Και τούτο γιατί στον προσανατολισμό που του δίνει ο Κύριος, εκείνος αντιδρά: υπάρχει κάτι που τον δένει στη γη, υπάρχει ένα «βαρίδι» στη ζωή του. Κι αυτό, όπως φανερώνεται στη συνέχεια, ήταν τα πολλά υλικά αγαθά του, τα πλούτη του. Αν ο νεαρός είχε ως προτεραιότητα τη σχέση του με τον Θεό, την ένταξή του στη Βασιλεία Εκείνου, θα ανέτρεπε τα πάντα στη ζωή του, προκειμένου να το επιτύχει. Με άλλα λόγια, η διαπαιδαγώγηση του Νόμου σ’ αυτόν δεν κατέληξε στον σκοπό της: την εύρεση του Χριστού. Στην πρόσκληση του Ίδιου να Τον ακολουθήσει, εκεί που παρέπεμπε ο Νόμος,
τον οποίο φαινόταν ότι ο νεαρός τηρεί, αυτός έστρεψε τα νώτα και έφυγε. Ο λόγος του Χριστού λειτούργησε προκλητικά και αφυπνιστικά, για να φανερωθεί ο βαθύτερος και αληθινός εαυτός του. Μία αντίδραση εντελώς διαφορετική από εκείνην που συναντάμε στους γνήσιους αναζητητές, όπως το είδαμε στους μαθητές του Κυρίου: «αφέντες άπαντα ηκολούθησαν Αυτώ».
3. Έτσι με την περίπτωση του νεανίσκου σήμερα έρχεται ανάγλυφα ενώπιόν μας το φαινόμενο του ψευδούς και αληθινού εαυτού. Ο νεαρός πιστεύει ότι ζει σύμφωνα με το θέλημα του Θεού, ίσως να έχει τη βεβαιότητα ότι θα κερδίσει τη Βασιλεία του Θεού – τι άλλο να σημαίνει η ερώτησή του: «τι άλλο υστερώ;» - ζει επομένως σ’ ένα φαντασιακό επίπεδο, το οποίο συναντάμε στους Φαρισαίους της εποχής του Χριστού, όπως και στους Φαρισαίους της κάθε εποχής. Ο ψευδής εαυτός του έχει κατακλύσει τη συνείδησή του και αυτόν βιώνει ως πραγματικότητα. Η αλήθεια όμως τελικώς πόρρω απέχει από αυτόν. Όπως είπαμε, έρχεται ο λόγος του Χριστού, για να τον βγάλει από την πλάνη: Θεός του αληθινός ήταν τα πολλά κτήματά του, αυτά συνιστούσαν την προτεραιότητά του, μπροστά στα οποία όλα τα υπόλοιπα έρχονταν δεύτερα. Ο αληθινός του εαυτός δηλαδή δούλευε με συνέπεια στην ειδωλολατρία. Η επισήμανση του Κυρίου, «όπου ο θησαυρός ημών, εκεί και η καρδία ημών έσται», βρίσκει στον νεαρό την πλήρη εκπλήρωσή της.
4. Η κατάσταση αυτή συνιστά και τη μεγαλύτερη τραγικότητα του ανθρώπου: ο άνθρωπος «πετάει» κυριολεκτικά στα σύννεφα. Νιώθει ότι έχει τον Θεό, και ο Θεός απέχει εντελώς από αυτόν. Νιώθει βέβαιος και παραπαίει. Το ακόμη τραγικότερο όμως για τον νεαρό του Ευαγγελίου είναι το γεγονός ότι του δίνεται η ευκαιρία να «προσγειωθεί», να βρει τον εαυτό του και με τον τρόπο αυτό να βρει και τον Θεό, αλλά αυτός απορρίπτει την ευκαιρία. Ο λόγος του Χριστού ήταν η ώρα της χάρης γι’ αυτόν, δηλαδή η ώρα της μετανοίας του. Αν τον αποδεχόταν, θα γινόταν μέτοχος της βασιλείας του Θεού, θα γινόταν άγιος. Δεν το έκανε, γιατί όπως είπαμε, τελικώς δεν είχε γνήσια αναζήτηση: ζούσε στην επιφανειακότητα μίας απλής θρησκευτικής ζωής. Γι’ αυτό βεβαίως και το αδιέξοδο που ζούσε και που τον οδήγησε στην προσέγγιση, ανεπιτυχώς όμως, του Χριστού.
5. Ο νεανίσκος του Ευαγγελίου δυστυχώς αποτελεί τον τύπο και για πολλούς από εμάς τους θεωρούμενους χριστιανούς. Πόσοι από τους χριστιανούς δεν ζούμε στο επίπεδο ενός ψεύτικου εαυτού, δεν νομίζουμε δηλαδή ότι πορευόμαστε σωστά και έχουμε τον Θεό και τους αγίους μαζί μας, διότι προσευχόμαστε, διότι εκκλησιαζόμαστε, διότι κοινωνούμε ίσως, διότι κάνουμε κάποιες ελεημοσύνες, ενώ η πραγματικότητα είναι εντελώς διαφορετική; Κι αυτό μπορούμε να το καταλάβουμε, αν ελέγξουμε τον εαυτό μας σ’ αυτά που αποτελούν κεντρικά πάθη της ανθρώπινης ύπαρξης: στη φιληδονία, τη φιλαργυρία, τη φιλοδοξία, τους κλάδους του εφάμαρτου εγωισμού. Ο νεαρός του ευαγγελίου διακατεχόταν από το πάθος της φιλαργυρίας και της φιλοκτημοσύνης: τα υλικά αγαθά του ήταν το «βαρίδι» της ψυχής του. Σε άλλον το «βαρίδι» αυτό μπορεί να είναι η φιληδονία του, με όλες τις διακλαδώσεις της, της λαιμαργίας, της γαστριμαργίας, της λαγνείας, της πορνείας, της μοιχείας, της τεμπελιάς. Σε άλλον το «βαρίδι» μπορεί να είναι η φιλοδοξία του, ως κενοδοξία, ως υπερηφάνεια, ως τάση αγωνιώδους αποδοχής από τους άλλους, ως κατακτητικότητα, ως φιλαρχία και αρχομανία. Ο καθένας πρέπει να κοιτάξει μέσα του και να επισημάνει το δικό του πάθος, το δικό του βάρος που τον δένει εμπαθώς με τον κόσμο τούτο. Ο λόγος του Χριστού λειτουργεί για όλους και για όλες τις περιπτώσεις αφυπνιστικός, κοφτερός, «τομώτερος υπέρ πάσαν δίστομον μάχαιραν», που αποκαλύπτει τον αληθινό εαυτό μας. Όσο θα βάζουμε τον εαυτό μας πάνω σ’ αυτόν τον λόγο, τόσο θα καθαρίζει το βλέμμα μας και το έδαφος μπροστά στα πόδια μας. Ο προσανατολισμός είναι σαφής: η τελειότητά μας ως ακολουθία του Χριστού. Αυτό ζει η Εκκλησία μας και αυτό είναι το έργο της. Πόσοι από εμάς είναι έτοιμοι να το ακολουθήσουν;

Δευτέρα, 13 Αυγούστου 2012

Για τη φωτιά στο Αγιον Όρος - απάντηση στο "Κουρδιστό Πορτοκάλι"

 
Και τώρα που η φωτιά στο Άγιον Ορος έσβησε, τι θα κάνουμε; Και τώρα που τη φωτιά δεν την έσβησε ο ανθρώπινος παράγοντας, αλλά μια καταιγίδα, ενώ εμείς είμασταν τόσο προκλητικά σίγουροι πως κανείς και τίποτα δεν θα μπορέσει να τη σταματήσει μέχρι να κατακάψει τα πάντα, ούτε, ασφαλώς, ένα "θαύμα" από τους "τσαρλατάνους" της πίστεως, πως θα συνεχίσουμε τη λάσπη και τη συκοφαντία; Μα ασφαλώς, θα το ονομάσουμε τυχαίο γεγόνος, αστάθμητο παράγοντα της δικής μας σοφής και αντικειμενικής σκέψης και κριτικής και θα περιμένουμε μέχρι την επόμενη φορά (φωτιά;), με την ελπίδα πως τότε η τύχη θα είναι με το μέρος μας.
Όχι, αγαπητό "ιερό δισκοπότηρο", δεν προσπαθώ να στηρίξω το σβήσιμο της φωτιάς με θαύμα του Εφραίμ και της αγίας ζώνης της Παναγιάς μας, ούτε να υπερασπιστώ κανέναν. Ούτε εσύ, αλλά ούτε κι εγώ το χρειαζόμαστε για διαφορετικούς λόγους. Γιατί η πίστη για σένα, είναι αποδοχή κάποιων δοξασιών, αντικειμενικών θεωριών και καταναγκαστικών κανόνων που κρατούν τον άνθρωπο σε μια υποτονική και φοβισμένη ζωή, την οποία (καλά κάνεις) και απορρίπτεις, χωρίς όμως να έχεις γνωρίσει πως η πραγματική πίστη καταδεικνύει τη σχέση, τον έρωτα και την ελεύθερη συγκατάθεση του ανθρωπίνου προσώπου στην κλήση-πρόσκληση του Θεανθρώπου Χριστού.
Όπως δέν μπορείς, φαντάζομαι, να πείσεις για την ύπαρξη του έρωτα, της αγάπης, της ίδιας της ζωής μέσα από "αποδεικτικά" στοιχεία, αν κάποιος δε διακινδυνεύσει κάτι από το εγώ του για να τα βιώσει, άλλο τοσο και περισσότερο δεν περιγράφεις με λόγια κτιστά την πίστη, το Χριστό, το θαύμα, όντας άγευστος και ανέραστος της Εκκλησιαστικής εμπειρίας. Σε έναν διψασμένο και ηλιοκαμμένο άνθρωπο δεν έχει πολλά να προφέρει ο χημικός τύπος του νερού (Η2Ο), αλλά το ίδιο το νερό.
Αγαπητό "ιερό δισκοπότηρο", το θαύμα για το Εκκλησιαστικό σώμα δεν ήταν ποτέ τρόπος εξαναγκασμού της ελευθερίας του ανθρώπου (άλλωστε γι' αυτό και πολλοί δεν το δέχονται και το απορρίπτουν), αλλά ένα σημείο (σημάδι) της αγάπης του Θεού για τον άνθρωπο. Άλλωστε, το πρωτογενές θαύμα δεν εξαντλείται στο έκτακτο γεγονός (θεραπεία, σβήσιμο μιας φωτιάς κ.α.). Συνιστά τη μεταμόρφωση του ατόμου σε πρόσωπο, της αγέλη σε κοινωνία, του σκότους του εγωισμού στο άκτιστο φως του αναστημένου Χριστού. Το κάθε πρόσωπο (κληρικός ή λαϊκός), μπορεί να συμβάλλει περισσότερο ή λιγότερο σ' αυτή την πορεία δόξης ανάλογα με το βαθμό της δική του προαίρεσεως και μετοχής, ενώ οι αμαρτίες μας φανερώνουν την αποτυχία μας για ολοκλήρωση αυτής της σχέσης. Αυτή, όμως, η εκστατική πορεία, που ασφαλώς είναι προαιρετκή, είναι ταυτόχρονα και το μέγα θαύμα της νικής επάνω στο θάνατο, τον πνευματικό πρωτίστως και εν συνεχεία το σωματικό. Αν αποτελεί ή όχι ένα όμορφο παραμύθι θα το καταλάβουμε όλοι εν καιρώ.
παπαΓιώργης

Κυριακή, 12 Αυγούστου 2012

Ο ασπασμός της Παναγίας


Μοναχός Μωυής Αγιορείτης

Η μνήμη της είναι ιερή, θαυμαστή, εξαίσια και συγκινητική. Εορτή θαυμάσια, δοξασμένη, υπέροχη και λαοφίλητη. Οι πιστοί χαίρονται, παρότι πρόκειται για την κοίμηση της Θεοτόκου, για μετάσταση αγαπητού προσώπου. Χαίρονται που η προστάτισσά τους, η μητέρα του Θεού και των ανθρώπων, ανέρχεται στους ουρανούς για να πρεσβεύει διηνεκώς υπέρ σύμπασας της πάσχουσας ανθρωπότητος.

Φαίνεται αντιφατικό το σχήμα. Χαρά στη νεκρώσιμη έξοδο; Πρόκειται για χαροποιό πένθος και χαρμολύπη, για την ασκητική και νηπτική γραμματεία. Οι λυπητεροί ύμνοι γίνονται χαροποιοί. Η κηδεία μετατρέπεται σε πανηγυρική εορτή. Φαίνεται παράδοξο εξωτερικά και με πρώτη ματιά. Αν εμβαθύνει κανείς, θα παρατηρήσει ότι πρόκειται για θεϊκή ενέργεια, για θαυματουργό γεγονός. Ο Υιός της Αειπαρθένου Μαρίας με τον θάνατό του νίκησε τον θάνατο. Τα δάκρυα του πένθους, της θλίψης και της στενοχώριας μεταβλήθηκαν σε δάκρυα χαράς, ευφροσύνης, αγαλλιάσεως και ελπίδος. Παραμυθεί η Θεοτόκος τους φίλους της, τους χαρίζει ωραίους λογισμούς, αισιόδοξη σκέψη, γλυκιά παρηγοριά. Η Παναγία μετέβη σε καλύτερη, ανώτερη και ωραιότερη ζωή.

Ήταν αδύνατο ο σκοτεινός Άδης να φυλακίσει την Πανυπέραγνη μητέρα του Εμμανουήλ, τη γεννήσασα τον Φωτοδότη Χριστό, τον ήλιο της δικαιοσύνης, τον εωθινό αστέρα. Έτσι ο θάνατός της έγινε πύλη της ζωής και του φωτός. Οι πιστοί προσκυνώντας με ευλάβεια τις θαυματουργές θεομητορικές εικόνες λαμβάνουν χάρη και χαρά, κουράγιο και άνεση, ενίσχυση και δύναμη. Τα δάκρυα των πιστών είναι καρδιακά, άκοπα, γλυκά. Δάκρυα χάρης και χαράς, ευχαριστίας και ευγνωμοσύνης, παρακλήσεως και θερμής ικεσίας. Ο ελληνικός λαός είναι θεοτοκοφιλής. Οι λυπηρές εξαιρέσεις παντού και πάντοτε υπάρχουν.

Οι ταπεινοί και ευλογημένοι προσκυνητές των εικόνων της Παντάνασσας καταθέτουν τον πόνο τους, το πρόβλημά τους, το αίτημά τους, τη δυσκολία τους. Η πονεμένη μητέρα Παναγία τους δέχεται όλους, τους ακούει, τους παρηγορεί, τους σφουγγίζει ιδρώτες και δάκρυα, τους ασπάζεται, τους εγκαρδιώνει. Πόνεσε η Πανάχραντη πολύ και γνωρίζει να συμπονά, να συντρέχει, να δέεται συνεχώς. Μονές, εκκλησίες, εκκλησάκια, προσκυνητάρια, θυμίζουν τη χάρη της. Άπειρα τα αφιερώματα δεήσεων. Πλούσια τα δώρα ευχαριστιών. Εικόνες μουλιασμένες στο δάκρυ των ευλαβών προσκυνητών. Κάποτε δακρύζει και η ίδια η εικονιζόμενη Μεσίτρια και Πρέσβειρα όλων των πιστών. Η κάθε εικόνα της έχει μια ιδιαίτερη ιστορία κι ένα ξεχωριστό, χαρακτηριστικό όνομα.

Η μορφή της Παναγίας μένει πάντοτε σεμνή, σοβαρή, σιωπηλή, συνετή και σεβάσμια. Μιλά όμως κι έτσι, με την πλούσια χάρη της, την καθαρότητά της, την ταπείνωσή της. Κρύβει στο ιερό πρόσωπό της ένα υπέροχο ήθος. Δίνει χαρά δίχως να γελά και να αστειεύεται, κηρύττει δίχως λόγια, αλλά με το βιωμένο της παράδειγμα, διδάσκει με την ίδια την ωραία ζωή της. Δίνει αυτό που έχει: αγάπη, υπομονή, υπακοή και καλοσύνη. Νομίζει ο προσκυνητής ότι κάτι του λέει προσωπικό η εικόνα. Αισθάνεται μέσα του να σκιρτά η λησμονημένη αθωότητα, η παιδική λιτότητα, η καρτερικότητα στους πόνους. Ένας άλλος τρόπος ζωής που ανέθρεψε πολλές γενιές με μεγάλες δυσκολίες. Στον εφετινό εορτασμό της ας ασπασθεί όλους τους προσκυνητές της, για να μην αποκάμουν και απογοητευθούν.


Η δημοκρατία στο Ελλαδιστάν


H δημοκρατία δεν είναι συνταγή, είναι άθλημα. Tο άθλημα έχει κανόνες. Kαι η παραβίαση των κανόνων έχει ποινές. Δίχως επιβολή ποινών στους υβριστές των κανόνων το άθλημα καταλύεται, δεν υπάρχει δημοκρατία.
Oμως η απαλλαγή από τυραννίες στο όνομα του αθλήματος της δημοκρατίας κερδήθηκε με αίμα. Kαι η κατάλυση των κανόνων της δημοκρατίας είναι ύβρις του αίματος που την κοστολογεί.
Aν δεν καθίσουν στο εδώλιο οι υβριστές, δημοκρατία στο Eλλαδιστάν δεν θα υπάρξει.

Χρήστου Γιανναρά, απο΄την επιφυλλίδα της Καθημερινής, 12/8/12

Σάββατο, 11 Αυγούστου 2012

Κυριακή Ι΄ Ματθαίου

π. Γεωργίου Δορμπαράκη
«ω γενεά άπιστος και διεστραμμένη…Φέρετέ μοι αυτόν ώδε»

Ο Κύριος κατερχόμενος μαζί με τους τρεις μαθητές Του, τον Πέτρο, τον Ιάκωβο και τον Ιωάννη, από το όρος Θαβώρ όπου είχε συμβεί η θεοφάνεια της Μεταμορφώσεώς Του, έρχεται αντιμέτωπος με δύο θλιβερά και τραγικά γεγονότα: την αγωνία ενός πατέρα που έψαχνε απελπισμένα να βρει θεραπεία για το δαιμονισμένο παιδί του, την απιστία των μαθητών Του, που φανερώνεται με την αδυναμία τους να θεραπεύσουν το παιδί. Θα έλεγε κανείς ότι η εναλλαγή αυτή, από το φως του Θεού στο σκοτάδι των συνεπειών της αμαρτίας, αποτελεί μία εικόνα της καθόδου του Χριστού στον κόσμο: «Θεός ων εκένωσεν εαυτόν ευρεθείς ως άνθρωπος». Κι ο Κύριος αφενός θεραπεύει το παιδί, δηλαδή βγάζει το δαιμόνιο που το διακατείχε, παραδίδοντάς το υγιές στον πατέρα του, αφετέρου ελέγχει με πόνο τους μαθητές Του για την απιστία και τη διαστροφή και αυτών, αλλά και ολόκληρης της γενεάς εκείνης.

1. Καταρχάς, δεν ξέρει κανείς ποιο από τα δύο γεγονότα να χαρακτηρίσει τραγικότερο: τον δαιμονισμό του παιδιού που προκαλεί την απελπισία του πατέρα του, ή την απιστία των μαθητών του Χριστού που τους συνειδητοποιεί τη μικρότητά τους και τους «προσγειώνει» στα παράλυτα μέτρα τους; Όποιο από τα δύο κι αν επιλέξει κανείς ως τραγικότερο, σημασία έχει ότι ο Κύριος τα θέτει κάτω από κοινό παρανομαστή: συνιστούν και τα δύο εκφράσεις και αποτελέσματα της απιστίας και της διαστροφής της ανθρώπινης γενιάς. Συνεπώς και τα δύο είναι συνδεδεμένα μεταξύ τους: η έλλειψη πίστεως στον Θεό οδηγεί τον άνθρωπο σε διαστροφή της αληθινής ύπαρξής του, άρα στην εύκολη υποδούλωσή του στην κυριαρχία του Πονηρού. Κι η κυριαρχία αυτή του Πονηρού φανερώνεται και από την παραλυσία που προκαλεί στον άνθρωπο – ο άνθρωπος, έστω στη φάση εκείνη και μαθητής του Χριστού κι αν είναι, δεν έχει τη δύναμη να επιβληθεί στον Πονηρό – και από την κατοχή την οποία έχει κάνει στο συγκεκριμένο παιδί.

2. Ο χαρακτηρισμός του Κυρίου για την ανθρώπινη γενιά ως άπιστη και διεστραμμένη δεν πρέπει να αντιμετωπιστεί με επιπολαιότητα. Ποιος λόγος άλλωστε του Κυρίου μπορεί να αντιμετωπιστεί έτσι; Ο κάθε λόγος Του συνιστά και μία αποκάλυψη, η οποία φωτίζει και το ποιος είναι ο Θεός, αλλά και το ποιος είναι πραγματικά ο άνθρωπος. Εν προκειμένω λοιπόν ο Κύριος μάς φωτίζει και μας «καθρεπτίζει»: είμαστε άπιστοι και διεστραμμένοι. Ήλθε δηλαδή σ’ έναν κόσμο, ο οποίος είχε διαγράψει από τη ζωή του τον αληθινό Θεό – μόνον το «λείμμα» της Παλαιάς Διαθήκης κρατούσε ως «μαγιά» την αλήθεια του Θεού, δηλαδή οι λίγοι γνήσιοι Ισραηλίτες, σαν τους προφήτες, σαν την Παναγία, σαν τον άγιο Ιωάννη τον Πρόδρομο – γι’ αυτό και ήταν βουτηγμένος μέσα στη διαστροφή. Διότι η πίστη, όταν είναι αληθινή, κάνει τον άνθρωπο να ζει με σωστό τρόπο τη ζωή του, διότι ζει την παρουσία του ζωντανού Θεού. Διαγραφή λοιπόν της αληθινής πίστεως σημαίνει και τη διαγραφή του αληθινού τρόπου ζωής, άρα διαστροφή και σαπίλα. «Και επειδή ουκ εδοκίμασαν τον Θεόν έχειν εν επιγνώσει, παρέδωκεν ο Θεός αυτούς εις αδόκιμον νουν, ποιείν τα μη καθήκοντα», δηλαδή επειδή οι άνθρωποι δεν προσπάθησαν να έχουν επίγνωση του Θεού, ο Θεός τούς παρέδωσε σε αδόκιμο νου, ώστε να κάνουν αυτά που δεν πρέπει, σημειώνει θεόπνευστα ο απόστολος Παύλος. Δεν είναι βεβαίως η πρώτη φορά που ο Κύριος φώτισε την πραγματική κατάσταση των ανθρώπων. Στην επί του Όρους ομιλία, για παράδειγμα, μεταξύ των άλλων θα περιγράψει την κατάσταση των ανθρώπων ως κατάσταση πονηρίας. «Ει δε και υμείς, πονηροί υπάρχοντες, οίδατε δόματα αγαθά διδόναι τοις τέκνοις υμών, πόσω μάλλον ο Πατήρ ημών ο Ουράνιος;»
3. Ποια καύχηση λοιπόν μπορεί να υπάρξει στο ανθρώπινο γένος; Τι είναι εκείνο που μπορεί να κάνει τον άνθρωπο, όπου γης και όποιας εποχής, να υψώσει κεφάλι και να υπερηφανευθεί; «Πάντες ήμαρτον και πάντες υστερούνται της δόξης του Θεού» θα σημειώσει οριστικά και αξιωματικά, αλλά και πικρόχολα για τις ανθρώπινες υπερβάσεις, ο απόστολος Παύλος. Η μόνη αποδεκτή στάση του ανθρώπου, αν θέλει να «πατάει» στο έδαφος και να μην υπερίπταται, είναι η στάση της ταπείνωσης. Και μπορεί ο άνθρωπος της απιστίας, λόγω ακριβώς ελλείψεως φωτισμού στο νου του, να μην έχει επίγνωση εαυτού και να κινείται αλαζονικά, νομίζοντας ότι είναι κάτι – ο χωρίς Θεό άνθρωπος δεν έχει μέτρο σύγκρισης πλήν του εαυτού του και γι’ αυτό νομίζει ότι αυτός είναι ο Θεός: αισθάνεται τέλειος και αυτάρκης -, ο άνθρωπος όμως της πίστεως, αυτός που αποδέχτηκε τον Χριστό ως σωτήρα της ζωής του, δεν έχει καμμία δικαιολογία. Ο Χριστός, τον Οποίο πιστεύει, του άνοιξε τα μάτια και του είπε: είσαι πονηρός, είσαι άπιστος, είσαι διεστραμμένος. Κι ακόμη πιο πολύ: του είπε πως ακόμη κι αν τηρήσει όλο τον νόμο του Θεού, αν εφαρμόσει όλες τις άγιες εντολές Του, άρα αν φτάσει σ’ επίπεδα ακόμη θέωσης, δεν παύει να είναι ένας αχρείος δούλος, που απλώς έκανε αυτό που έπρεπε ως δούλος του Θεού να κάνει. «Όταν ποιήσητε πάντα τα διατεταγμένα ημίν, λέγετε, αχρείοι δούλοί εσμέν, ότι ο ωφείλομεν ποιήσαι, πεποιήκαμεν». Γι’ αυτό και η ταπείνωση για τον Χριστιανό δεν είναι μία πολυτέλεια, που ενδεχομένως εύκολα μπορεί να την ξεπεράσει. Συνιστά το βάθρο της πίστεώς του, το έδαφος πάνω στο οποίο περπατάει. Παρέκκλιση από το δρόμο αυτό σημαίνει αυτομάτως και απώλεια του Θεού, όπως και τραγικό δαιμονισμό του. Δεν είναι τυχαίο ότι ο Κύριος πρόβαλε ως τύπο του αγίου ανθρώπου τον μετανοημένο άσωτο της ομώνυμης παραβολής, όπως και τον μετανοημένο τελώνη: «Ο Θεός, ιλάσθητί μοι τω αμαρτωλώ», «Κύριε, Ιησού Χριστέ, ελέησόν με τον αμαρτωλόν», είναι η προσευχή του αληθινού πιστού, είναι η προσευχή της Εκκλησίας.

4. Στην τραγικότητα της απιστίας και της διαστροφής του ανθρώπου, λόγω της αμαρτίας στην οποία είχε περιπέσει, η λύση βεβαίως είναι μία: η στροφή προς τον Κύριο και η αληθινή πίστη προς Αυτόν. Ο Κύριος ήλθε να μας δώσει πρώτα από όλα την αληθινή όραση του Θεού, η οποία κάνει τον άνθρωπο να ζει μέσα στο φως Εκείνου, άρα και να έχει τη δύναμη Εκείνου: «Εάν έχητε πίστιν ως κόκκον σινάπεως, ερείτε τω όρει τούτω, μετάβηθι εντεύθεν εκεί, και μεταβήσεται, και ουδέν αδυνατήσει υμίν». Η αληθινή πίστη δηλαδή αποτελεί συμμετοχή στον ίδιο τον Κύριο και κάνει τον άνθρωπο που την αποκτά, με τη χάρη του Θεού, να ζει στον κόσμο ως παντοδύναμος. «Πάντα ισχύω εν τω ενδυναμούντι με Χριστώ» (απ. Παύλος). Και βεβαίως ο Κύριος, δίνοντας την αλήθεια της πίστεως στον Θεό, καταργεί «και τον το κράτος έχοντα του θανάτου, τουτέστιν τον διάβολον». Ο Κύριος «ήλθεν, ίνα λύση τα έργα του διαβόλου». Ένταξη στον Θεό, δια της εντάξεως του ανθρώπου στον Εαυτό Του, κατάργηση του διαβόλου: να το έργο του Κυρίου, με το οποίο σωθήκαμε και σωζόμαστε. Αν ο διάβολος και μετά τον ερχομό του Χριστού βλέπουμε ότι έχει ακόμη δύναμη, είναι γιατί εμείς οι άνθρωποι του δίνουμε τέτοιο δικαίωμα. Δεν πιστεύουμε όπως πρέπει, δηλαδή συνεχίζουμε να είμαστε «γενεά άπιστος και διεστραμμένη», γι’ αυτό και βρίσκει συνεχείς διόδους ο Πονηρός για να αλώνει δυστυχώς την ψυχή και τη ζωή μας. Κι αυτή είναι η τραγικότερη κατάσταση όλων: να έχει έλθει ο Ελευθερωτής, να μην υπάρχουν πια δεσμά φυλακής, κι εμείς να είμαστε ακόμη δέσμιοι και φυλακισμένοι.

Ο Κύριος πάντοτε μας καλεί. Το «φέρετέ μοι αυτόν ώδε», είναι η πρόσκληση που απευθύνει στον καθένα μας. Να πάμε κοντά Του. Και πλησίασμα στον Χριστό σημαίνει, όπως όλοι καταλαβαίνουμε, ένταξη στο ζωντανό σώμα Του, την Εκκλησία. Τον Χριστό στην Εκκλησία Τον βλέπουμε και Τον ζούμε. Κι ακόμη: εκεί Τον τρώμε «υπό τα είδη του άρτου και του οίνου», στη Θεία Ευχαριστία, και γινόμαστε ένα μαζί Του. Η εκκλησιοποίησή μας συνιστά τη χριστοποίησή μας, κι είναι κρίμα να μην το καταλαβαίνουμε. Και αυτό όχι μόνο για εμάς, αλλά και για τους άλλους: να φέρνουμε τα παιδιά μας, τους συγγενείς μας, τους συνεργάτες μας, τους εχθρούς μας, στον Χριστό. Πώς; Μέσω της προσευχής μας. Είναι η μεγαλύτερη ευεργεσία που μπορούμε να προσφέρουμε και σε εμάς και σε εκείνους.

Πηγή:http://pgdorbas.blogspot.gr/2012/08/blog-post_11.html